Η Eυημερία του Kακού: Μια «Aνησυχητική» Εισαγωγή στην Οικονομία

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017 12:42
UPD:13:39
SHUTTERSTOCK

Daniel Cohen,
Ed. Albin Michel, 2009
La prosperite du vice: Une introduction (inquiete) a l’ economie

Δρ. Αιμίλιος Γαλαριώτης,
Καθηγητής Χρηματοοικονομικής, Διευθυντής του Ινστιτούτου Χρηματοοικονομικής και Πρόεδρος του Τμήματος Χρηματοοικονομικής, Audencia Business School, France

Καθηγητής Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης,
Πολυτεχνείο Κρήτης
Ακαδημαϊκός, Βασιλική Ακαδημία Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών της Ισπανίας
Distinguished Research Professor, Audencia Business School, France

                                                                     Μέρος  1ο

Γενικά

Το βιβλίο αυτό είναι ένα ταξίδι δια μέσου του χρόνου και του χώρου, το οποίο είναι ανήσυχο και στοιχειωμένο από την ερώτηση: πώς η Δύση, που «άρπαξε» την ανθρωπότητα από την πείνα και τη μιζέρια, τελικά κατέληξε σε μια συλλογική αυτοκτονία των δύο παγκόσμιων πολέμων;

Ποιο είναι λοιπόν το «κρυμμένο» κακό που διέλυσε την Ευρώπη; Το ερώτημα είναι πάντα επίκαιρο. Ο κόσμος σήμερα «δυτικοποιείται» με γρήγορο ρυθμό και το ερώτημα τίθεται πάντοτε: οι ευρωπαϊκές τραγωδίες θα μπορούσαν να επαναληφθούν στην Ασία και αλλού; Ο πλανήτης θα μπορούσε να αποφύγει μια νέα καταστροφή, οικολογική, αυτή τη φορά;  Η χρηματοοικονομική κρίση μας υπενθύμισε πολύ απότομα μια συστημική αβεβαιότητα η οποία πλανάται πάνω στον καπιταλισμό:  γνωρίζει που πηγαίνει, που οδηγεί τον κόσμο; Η ευρωπαϊκή ιστορία αξίζει να αναλυθεί λεπτομερώς, ώστε να εμφανιστούν οι αιτίες και οι συνέπειες των κινδύνων που συνδέονται με τη βιομηχανοποίηση μιας δεδομένης κοινωνίας. Ο κόσμος του 21ου αιώνα θα βρεθεί βέβαια αντιμέτωπος με πολλές και διαφορετικές προκλήσεις από αυτές που έζησε μέχρι σήμερα. Ο οικολογικός κίνδυνος είναι πιο πιεστικός και δίνει στον πλανήτη μια άλλη διάσταση και ταυτότητα, ενός κόσμου κλειστού που απομακρύνεται πολύ  γρήγορα από τις παραστάσεις που είχε τον 18ο αιώνα. Η νέα συνείδηση του πλανήτη η οποία υποστηρίζεται από τις νέες τεχνολογίες της πληροφόρησης και της επικοινωνίας, θα επιτρέψει να θεωρηθούν συνεργατικές λύσεις για τα προβλήματα του κόσμου. Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι αν ο άνθρωπος θα κατορθώσει να κυριαρχήσει την άπειρη επιθυμία του σε ένα κόσμο που έχει όρια.

Πλάνο

Το βιβλίο του Daniel Cohen αποτελείται από 3 κύρια μέρη, το πρώτο αναφέρεται με τη μορφή ερωτήματος: Γιατί η Δύση; Το δεύτερο κάνει αναφορά στις έννοιες ευημερία και ύφεση και το τρίτο μέρος, το πιο ενδιαφέρον, εξετάζει τα συν και τα πλην της παγκοσμιοποίησης προτείνοντας νέες ιδέες που φθάνουν μέχρι τον άυλο καπιταλισμό, τη νέα οικονομία και τον κυβερνοχώρο.

Στην ανάλυση του βιβλίου αυτού θα στηριχθούμε μόνο στο τρίτο μέρος που αποτελεί το σημαντικό κομμάτι της κριτικής παρουσίασης του Daniel Cohen, χωρίς βέβαια να αποφύγουμε να αναφερθούμε και σε σημαντικές αναφορές του στα δύο πρώτα μέρη.

Γέννηση της οικονομίας και του μοντέρνου κόσμου

Αυτό που έγινε στο παρελθόν για την Ευρώπη επαναλαμβάνεται σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Εκατομμύρια αγρότες από Κίνα και Ινδία εγκαταλείπουν τις αγροτικές περιοχές και πηγαίνουν στις πόλεις. Η βιομηχανική κοινωνία αντικαθιστά την αγροτική. Νέες δυνάμεις εμφανίζονται, όπως στο παρελθόν η Γερμανία και η Ιαπωνία, σήμερα η Ινδία και η Κίνα. Οι αντιπαλότητες εντείνονται για τον έλεγχο κυρίως των πρώτων υλών. Οι χρηματοοικονομικές κρίσεις επαναλαμβάνονται, αλλά ο βασικός κίνδυνος δεν στηρίζεται τόσο στη διαμάχη μεταξύ θρησκειών ή πολιτισμών, αλλά κυρίως σε παγκόσμιο επίπεδο, στην επανάληψη της ιστορίας της Δύσης (με τους δύο παγκόσμιους πολέμους). Ούτε ο πλούτος ούτε η ίδια η μόρφωση δεν κάνουν καλύτερο ένα κακό άνθρωπο. Ίσως του προσφέρουν καλύτερους τρόπους συμπεριφοράς για να παραμείνει κακός. Η οικονομική ανάπτυξη φέρνει τη δημογραφική ανάπτυξη. Ο πλούτος αυξάνει τις γεννήσεις και μειώνει τη θνησιμότητα παιδιών και εφήβων. Αλλά η αύξηση του πληθυσμού μειώνει προοδευτικά το κατά κεφαλή εισόδημα. Από τις αρχές του 19ου αιώνα, στα βιομηχανικά κράτη, το κατά κεφαλή εισόδημα γίνεται η μάρκα μιας ευήμερης κοινωνίας. Η ανάπτυξη βελτιώνει τις συνθήκες της ζωής και μακραίνει τη διάρκειά της. Βέβαια, όπως αναφέρει ο οικονομολόγος Richard Easterlin, στηριζόμενος σε πολυάριθμες έρευνες, οι πλούσιες χώρες δεν είναι πιο ευτυχισμένες από τις φτωχές. Η γρήγορη ανάπτυξη ανακουφίζει τις κοινωνικές εντάσεις, διότι ο καθένας ελπίζει να αναβαθμιστεί σε σχέση με τους άλλους, αλλά η μεγάλη αδυναμία αυτού του ιδεώδους στόχου δείχνει ότι είναι ευάλωτο σε κάθε επιβράδυνση της οικονομίας οποιοδήποτε και αν είναι το επίπεδο του πλούτου που επιτεύχθηκε.

Το ευρωπαϊκό θαύμα

Η Ευρώπη του 10ου αιώνα φαίνεται να έχει χάσει τη δόξα που είχε την εποχή της Ρώμης και της Αθήνας. Έχασε το κύριο μέρος των επιστημονικών γνώσεών της και οπισθοχώρησε σε μια κατάσταση απομόνωσης. Το εμπόριο των σκλάβων είναι συχνά το μόνο προϊόν της για εξαγωγή. Πεντακόσια χρόνια  μετά έγινε ολική αλλαγή. Οι ασιατικές εξερευνήσεις του Vasco de Gamma, η ανακάλυψη της Αμερικής άνοιξαν το δρόμο για μια πλανητική κυριαρχία της Δύσης που θα διαρκούσε για πέντε αιώνες και η οποία αρχίζει τώρα να αμφισβητείται. Τι συνέβη ακριβώς;

Ο συγγραφέας μετά από μια αναλυτική παρουσίαση (140 σελίδες), προσπαθεί να εξιστορήσει τα γεγονότα, δηλαδή το τι συνέβη. Κατά τη γνώμη μας, οι ακόλουθες ενότητες είναι σημαντικές χωρίς να παραβλεφθούν οι υπόλοιπες:

  • η γέννηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας,
  • η βιομηχανική επανάσταση,
  • η μεγάλη κρίση του ’29 και τα μαθήματά της,
  • το κράτος κοινωνικής πρόνοιας,
  • Οικονομία και πολιτική.

Από το 14ο αιώνα και για τα περισσότερα κράτη δημιουργούνται διάφορες συνελεύσεις με ονόματα όπως: γενικά κράτη, κοινοβούλιο,… Έχουν κοινά χαρακτηριστικά και προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες προϋπολογισμού των κρατών. Η Αγγλία πρώτη, οφείλει την οικονομική της επιτυχία στα καλύτερα ιδρύματα, στο σεβασμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, στην καλύτερη προστασία από τον κίνδυνο απαλλοτρίωσης, τα οποία εγγυάται το κοινοβούλιο με ιδιαίτερη θέρμη.

Στα μέσα του 18ου αιώνα, η Ευρώπη κάνει μια σημαντική στροφή της οποίας η σημασία θεωρείται ίσης αξίας με τη νεολιθική επανάσταση. Αυτή η αλλαγή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην εμφάνιση νέων τεχνικών στο βιομηχανικό τομέα. Η πιο γνωστή από αυτές είναι η ατμομηχανή του James Watt, η οποία «τελειώνει» με εξαιρετικό τρόπο ένα σύνολο καινοτομιών, οι οποίες τείνουν να βελτιώσουν την άντληση των ορυχείων.  Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται η κλωστοϋφαντουργία, οι σιδηρόδρομοι, τα ατμόπλοια,… Έτσι, η μηχανοποίηση του κόσμου αρχίζει πραγματικά. Το 1850 γεννιέται μια νέα επιστήμη, η θερμοδυναμική από τον άγγλο William Thomson. Τέλος, είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι η επιστήμη αναπτύχθηκε περισσότερο στη Γαλλία και τη Γερμανία παρά στην Αγγλία. Η Αγγλία πρωτοστάτησε στην πρώτη βιομηχανική επανάσταση και έχασε προοδευτικά την πρωτοκαθεδρία της στη συνέχεια. Στη Γαλλία και τη Γερμανία, οι σχολές των μηχανικών (Grande Ecole d’Ingenieurs) δημιουργήθηκαν για να καλύψουν την καθυστέρηση από την Αγγλία, και «έδωσαν» στελέχη στη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση του ηλεκτρικού ρεύματος και του κινητήρα καύσης.

                                                                  Μέρος 2ο

Η κρίση του 1929

Η κρίση του 1929 είναι το μαύρο σημείο το οποίο δεν είχε επιτευχθεί μέχρι εκείνη τη μέρα από τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Ξεκινώντας από τη Wall Street, η κρίση έφθασε στην Ευρώπη και σε όλο τον πλανήτη. Στις ΗΠΑ, διέκοψε μια εκθαμβωτική ανάπτυξη, την οποία ονόμαζαν “roaring twenties”.  Τη «μαύρη Πέμπτη» 24 Οκτωβρίου 1929, 13 εκατ. τίτλοι πωλήθηκαν έναντι 4 εκατ. κατά μέσο όρο καθημερινά. Στα τρία έτη που ακολούθησαν, η Wall Street χάνει 85% του επιπέδου που είχε το Σεπτέμβριο του 1929. Άλλες σημαντικές επιπτώσεις για τις ΗΠΑ: η βιομηχανική παραγωγή μειώνεται στο μισό μεταξύ 1929-1932, και η ανεργία αγγίζει το ¼ του ενεργού πληθυσμού. Στον τραπεζικό τομέα, την περίοδο 1930-1933, οι μισές αμερικάνικες τράπεζες εξαφανίζονται είτε με ρευστοποίηση είτε με εξαγορά. Υπήρχαν πριν την κρίση 29000 τράπεζες και έμειναν τελικά 12000. Η τραπεζική κρίση έχει ως άμεση συνέπεια να «κτυπήσει» τους αγρότες, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Η κρίση του 1929 δεν θα είχε ποτέ τα κακά αποτελέσματα που έφερε, εάν δεν κατέρρεε το διεθνές εμπόριο. Οι παγκόσμιες εισαγωγές μειώθηκαν από τα 3 δισεκ. τον Απρίλιο του 1929 στο 1 δισεκ. το Φεβρουάριο του 1933. Η κρίση επίσης έβλαψε την αγορά των πρώτων υλών η οποία βάζει σε κίνδυνο τις εξαγωγικές χώρες (Λατινική Αμερική).  Η τιμή των πρώτων υλών καταρρέει μεταξύ 1929 και 1933 στο 1/3 του αρχικού επιπέδου. Βέβαια ο κύριος παράγων είναι η κρίση του διεθνούς νομισματικού συστήματος, η οποία γρήγορα επεκτάθηκε και στην Ευρώπη με τις γνωστές συνέπειες. Η κρίση ήταν έντονη και από τις ανισορροπίες που προκλήθηκαν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Όλη αυτή την περίοδο της αβεβαιότητας οι νομισματικές αρχές έψαχναν να καθησυχάσουν τους καταθέτες και τους κερδοσκόπους εξασφαλίζοντας όσο το δυνατόν μακροπρόθεσμα τη μετατρεψιμότητα των  νομισμάτων τους σε χρυσό. ( Gold Standard System).  Βέβαια, όσο πιο γρήγορα μια χώρα εγκαταλείπει αυτό το σύστημα, η ανάπτυξη επανέρχεται και τα κεφάλαια πλημμυρίζουν τη χώρα. Αυτό έγινε πραγματικότητα στην Αγγλία από το 1931, τις ΗΠΑ από το 1933 και τη Γαλλία από το 1936. Ο Keynes βέβαια το 1939 πρότεινε τη γενική θεωρία του που δεν είναι άλλη από «πρέπει να ξοδέψουμε χρήματα, να ξοδέψουμε με κάθε κόστος, ακόμη και να προσλάβουμε άνεργους για την αύξηση της ζήτησης … έτσι ώστε να μειωθεί ο πολλαπλασιαστής και να σταθεροποιηθεί η οικονομία».  Η ιδέα αυτή του Keynes άρεσε στους πολιτικούς ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο, δηλαδή «να καταναλώνεις αντί να αποταμιεύεις» και έβαλε τις βάσεις για το «Κράτος κοινωνικής πρόνοιας».

Ο Churchill, το Νοέμβριο του 1940, παραγγέλνει μια έκθεση για να «κτυπήσει» ταυτόχρονα τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης του 1929 αλλά και αυτές που προέρχονται από τον πόλεμο. Ο Beveridge παραθέτει τις κύριες υποχρεώσεις που πρέπει να έχει ένα κράτος σε σχέση με την κοινωνία για να «κτυπήσει» τις πέντε «μάστιγες» της ανθρωπότητας: αρρώστια, άγνοια, εξάρτηση, παρακμή, πτώχεια. Βασιζόμενος στην ιδέα του Keynes ζητά η κοινωνική δαπάνη να εξασφαλίζεται από το κράτος. Εξ’ ου και ο τίτλος του βιβλίου του: «Full Employment in a Free Society». Ο 20ος αιώνας είναι αυτός κατά τον οποίο ο ρόλος του Κράτους της κοινωνικής πρόνοιας αυξάνεται μαζικά. Καθένας από τους δύο παγκόσμιους πολέμους έπαιξε το ρόλο του. Η αύξηση των δημοσίων δαπανών υποχρεώνει τα κράτη να αυξήσουν τη φορολογία σε ανείπωτα επίπεδα από τα οποία δεν θα μειωθούν μετά. Μετά τους πολέμους οι κοινωνικές δαπάνες του κράτους μετατρέπονται αργά- αργά σε στρατιωτικές δαπάνες. Οι δημόσιες δαπάνες δεν βασίστηκαν σε ένα προτεινόμενο πλάνο, αλλά υποβλήθηκαν στις κυβερνήσεις.  Σιγά-σιγά όμως η κοινωνία απαίτησε δικαιώματα στην εκπαίδευση, την υγεία, τη σύνταξη, γεγονός που οδήγησε τα κράτη σε αδιέξοδο. Από τη δημιουργία του, το κράτος κοινωνικής πρόνοιας είναι σε κρίση. Η αύξηση των κοινωνικών δαπανών υπάκουσε περισσότερο στην ανάγκη ενός πλάνου ασφάλισης-αρρώστιας, ασφάλισης των γηρατειών παρά σε ένα πλάνο ρύθμισης της δραστηριότητας κατά τον Keynes.

Η ανάλυση του Keynes για τη συσχέτιση μεταξύ πολέμου και ανάπτυξης προτείνει τον ακόλουθο συλλογισμό: οι στρατιωτικές δαπάνες δημιουργούν νέες αγορές για τις επιχειρήσεις. Οι πόλεμοι προκαλούν οικονομική ανάπτυξη ενώ η ειρήνη οδηγεί στην ύφεση. Στερεί από την οικονομία της στρατιωτικές δαπάνες εξοπλισμού και ελαττώνει την ανάπτυξη. Πολλές θεωρίες έχουν αναπτυχθεί σχετικές με τη συσχέτιση πολέμου-ανάπτυξης. Η ιδέα του Lenine όπως αυτή αναπτύχτηκε μετά από την Arendt, οι μεγαλοαστοί (bourgeoisie) όταν πάρουν την εξουσία, προσπαθούν δια του πολέμου να προστατέψουν τις προμήθειες τους σε πρώτες ύλες και βρίσκουν αποικιακές αγορές. Για τον Schumpeter, οι λόγοι του πολέμου που συνδέονται με την οικονομία δεν είναι λιγότεροι σε περιόδους ύφεσης από ότι σε περιόδους ανάπτυξης. Απλά γίνεται περισσότερο αναγκαίο σε περιόδους ύφεσης να προστατέψουν τις αγορές τους.  Οι οικονομικοί πόλεμοι όπως και ο προστατευτισμός δημιουργούνται συχνά σε φάσεις ύφεσης. Κατά τον Paul Kennedy (1989), ο οικονομικός πλούτος επιτρέπει στη στρατιωτική δύναμη να «εκφραστεί». Αναπτύσσει τη θεωρία του «Imperial overstretch» κατά την οποία οι μεγάλες δυνάμεις οδηγούνται στα όρια των οικονομικών δυνατοτήτων τους για να υπερασπιστούν την οντότητά τους.  Ακολουθώντας αυτό το συλλογισμό, ο ρόλος της ανάπτυξης γίνεται ορατός: «Χαλαρώνει» τους περιορισμούς του προϋπολογισμού των κρατών και τους επιτρέπει να επιτύχουν τις φιλοδοξίες τους.

Η ώρα της παγκοσμιοποίησης

Το τρίτο μέρος του βιβλίου του Daniel Cohen είναι και το πιο ενδιαφέρον. Η ιστορία επανεκκινείται. Μεταξύ του θανάτου του Μάο και της πτώσης του τείχους του Βερολίνου, ένα νέο φαινόμενο, η παγκοσμιοποίηση, μηδένισε τους μετρητές της ανθρώπινης ιστορίας. Το κυρίαρχο γεγονός είναι η επάνοδος της Ινδίας και της Κίνας στο παιχνίδι του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Η Κίνα πέρασε από μια οικονομία κλειστή σε μια ανοικτή εμπορικά οικονομία με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Είναι στο εξής τρίτος παγκόσμιος εξαγωγέας, πίσω από ΗΠΑ και Ιαπωνία αλλά μπροστά από Γερμανία. Τα εμπορικά πλεονάσματα της χώρας την τοποθετούν στο ίδιο επίπεδο με τους μεγάλους εξαγωγείς πετρελαίου. Σε επίπεδο ρευστότητας, η Κίνα κατέχει το ισοδύναμο του ΑΕΠ της Γαλλίας. Προεκτείνοντας τους ρυθμούς ανάπτυξης, η Κίνα θα μπορούσε από το 2030 να είναι η πιο πλούσια χώρα του κόσμου (Goldman Sachs). Όμως, σύμφωνα με το κριτήριο του εισοδήματος ανά κάτοικο, η Κίνα θεωρείται ένα φτωχό κράτος. Οι διεθνείς κατατάξεις την τοποθετούν στο ίδιο επίπεδο με την Αίγυπτο, δηλαδή στο επίπεδο ζωής ενός αμερικανού του 1913. Ο εκδημοκρατισμός της χώρας, η διεκδίκηση ενός ελεύθερου τύπου δεν έρχονται από την ευημερία αλλά από το «άνοιγμα» στον κόσμο, δηλαδή των παραστάσεων και των ιδεών που καλλιεργούνται. Αυτός είναι ο στόχος της παγκοσμιοποίησης στον οποίο οι αρχές εξουσίας της Κίνας αγωνίζονται να αναμετρηθούν.

Παρά την πρόοδο στα μαθηματικά (ανακάλυψη των αρνητικών αριθμών,) οι ικανότητες των Ινδών στους τεχνολογικούς τομείς δεν ήταν το ίδιο θεαματικές όσο στην περίπτωση της Κίνας. Αρχικά η Ινδία σέβεται τα βασικά κριτήρια που της επιτρέπουν να χαρακτηριστεί η «μεγαλύτερη δημοκρατία στον κόσμο». Με εξαίρεση την περίοδο 1977-1979 (επί Indira Gandhi), η δημοκρατική διαδικασία είχε πάντοτε διατηρηθεί. Η είσοδος της Ινδίας και της Κίνας στο παγκόσμιο παιχνίδι του καπιταλισμού είναι αχώριστη από ένα άλλο μεγάλο γεγονός: τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Το γεγονός αυτό οδήγησε πολλά κράτη να αλλάξουν στρατηγική και να απομακρυνθούν από το σοσιαλισμό του κράτους. Αρχικά ο Hegel και αργότερα ο Francis Fukuyama διατύπωσαν τη θεωρία «το τέλος της ιστορίας». Κατ’ αυτήν, κάθε λαός θα συνέκλινε προς τον ίδιο προορισμό: η οικονομία της αγοράς και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Σήμερα, η Ανατολή και η Δύση δε συγκλίνουν η μία προς την άλλη. Οι μεγάλοι πολιτισμοί της Ανατολής θέλουν περισσότερο να ανακτήσουν τη χαμένη δύναμή τους αντί να «κτίσουν» ένα κόσμο εκδημοκρατισμένο και ειρηνικό. Όπως το αναφέρει ο Huntington, το συμπέρασμα είναι «να αφήσουμε ο κάθε λαός να καλλιεργήσει το δικό του κήπο όπως αυτός θέλει, για να αποφύγουμε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο». Ποιόν πρέπει να ακολουθήσουν τα κράτη, τον Fukuyama (οι πολιτισμοί συγκλίνουν σε ένα ενιαίο μοντέλο «δημοκρατία της αγοράς»  ή ψάχνουν ο καθένας ένα μοναχικό μονοπάτι);  Η απάντηση από τον Cohen είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Βλέποντας τις αναδυόμενες χώρες που προσπαθούν να ακολουθήσουν το δρόμο της Ευρώπης (Δυτικής), μια τρίτη υπόθεση έρχεται στο μυαλό: να αποφύγουν τους κινδύνους που πέρασε η Ευρώπη και τους αντιμετώπισε ώστε να φθάσει στην ειρήνη μετά από μεγάλες θυσίες ή η επανάληψη των γεγονότων με πολέμους και με μεγάλη θλίψη.

Συμπεράσματα

Η βιομηχανοποίηση του κόσμου ανατρέπει τους κανόνες που ίσχυαν μέχρι σήμερα και όταν αναφέρονταν  μόνο στη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία. Ο μεγάλος κίνδυνος που πλανάται είναι ο ίδιος ο πλανήτης και οι λαοί ανακαλύπτουν σταδιακά ότι είναι πραγματικός (έλλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων, υπερθέρμανση του πλανήτη, πυρηνική καταστροφή, εξαφάνιση πουλιών, ψαριών,  ζώων, κλπ). Οι αναδυόμενες χώρες ακολουθούν δυστυχώς τα βήματα της  Δ. Ευρώπης διότι θέλουν να αποκτήσουν τα προνόμια των πολιτών της δια μέσου της οικονομικής ανάπτυξης.

Τη στιγμή που η ανθρωπότητα έχει «τάσεις φυγής» μέσα στον κυβερνοχώρο, πρέπει να επιτύχει μια «γνωστική προσπάθεια» ίσης αξίας με τις επαναστάσεις της νεολιθικής περιόδου και της βιομηχανικής. Πρέπει να ακολουθήσει τον αντίθετο δρόμο που πήρε η Ευρώπη από τον 17ο αιώνα και μετά και να περάσει από ένα κόσμο άπειρο σε ένα κλειστό σύμπαν. Αυτή η προσπάθεια δεν είναι απίθανη ούτε απίστευτη αλλά δεν είναι βέβαια. Αυτή η αβεβαιότητα έγινε ένας καταπιεστικός παράγοντας για την ανθρωπότητα, τη στιγμή που για πρώτη φορά είμαστε παρόντες στη δημιουργία ενός ενιαίου πολιτισμού.

Σχολιασμένα