Skip to main content

Λιγότεροι υποψήφιοι με υψηλές επιδόσεις

Του Στράτου Στρατηγάκη

Με την ολοκλήρωση του κύριου μέρους των πανελληνίων εξετάσεων έρχεται η ώρα του απολογισμού. Οι υποψήφιοι προσπαθούν να καταλάβουν αν οι βαθμοί που πιστεύουν ότι έχουν γράψει θα σταθούν αρκετοί για να πετύχουν το στόχο τους. Η αλήθεια είναι ότι η φετινή χρονιά είναι τελείως διαφορετική από την περυσινή. Φέτος έχουμε σημαντική μείωση του αριθμού των εισακτέων στις περιζήτητες σχολές όπως οι Πολυτεχνικές, η Νομική και οι Ιατρικές με ταυτόχρονη αύξηση των θέσεων σε τμήματα χαμηλής ζήτησης. Μ’ αυτό τον τρόπο το σύνολο φαίνεται μεγαλύτερο, αλλά η πραγματικότητα είναι άλλη.

Η μείωση των θέσεων των εισακτέων στις περιζήτητες σχολές θα έφερνε αύξηση των βάσεων με αποτέλεσμα να διαμαρτύρονται οι υποψήφιοι για τη μείωση των θέσεων. Αντίθετα δυσκολότερα θέματα θα έφερναν πτώση των βάσεων με αποτέλεσμα να ξεχαστεί η μείωση των θέσεων. Αυτό συνέβη το 2013 με Υπουργό Παιδείας τον κ. Αρβανιτόπουλο με την εφαρμογή του σχεδίου Αθηνά που έφερε μείωση του αριθμού των εισακτέων και το ίδιο συνέβη και φέτος.

Δυσκολότερα θέματα από πέρυσι, λοιπόν, με στόχο να οδηγηθούμε σε πτώση των βάσεων. Τα δύσκολα θέματα, όμως, φέρνουν πολύ υψηλά ποσοστά υποψηφίων με βαθμούς κάτω από τη βάση. Αυτό δημιουργεί αναταραχή στους υποψηφίους και βγάζει κακή εικόνα για το εκπαιδευτικό μας σύστημα προς την κοινωνία. Πέρυσι οι υποψήφιοι των σπουδών Οικονομίας και Πληροφορικής έγραψαν κάτω από τη βάση στα Μαθηματικά σε ποσοστό 77,89%. Συγκεκριμένα από τους 20.966 υποψηφίους έγραψαν κάτω από τη βάση οι 16.331. Δυσκολότερα θέματα θα εκτίνασσαν το ποσοστό πάνω από 85%. Τέτοιοι αριθμοί αποδεικνύουν ότι τα θέματα είναι υπερβολικά δύσκολα και ισοπεδώνουν όλους τους υποψηφίους προς τα κάτω.

Οι τρόποι για να γίνουν δυσκολότερα τα θέματα είναι δύο: Ο πρώτος είναι να βάλεις πολύ δύσκολες ασκήσεις, για τις οποίες δεν έχουν προετοιμαστεί οι υποψήφιοι και να τους αιφνιδιάσεις. Ο δεύτερος είναι να βάλεις πολλά θέματα τόσο πολλά ώστε μόνο οι πολύ καλά προετοιμασμένοι υποψήφιοι να καταφέρουν να τα γράψουν όλα. Με αυτό τον τρόπο μειώνεις τον αριθμό των αριστούχων, αφού ελάχιστοι προλαβαίνουν να τα γράψουν όλα,  χωρίς να έχεις πολύ μεγάλα ποσοστά υποψηφίων με βαθμολογία κάτω από τη βάση. Απλό και έξυπνο.

Ο τρόπος που φαίνεται να επιλέχθηκε για να μειωθούν οι επιδόσεις των υποψηφίων και, συνεπώς, να πέσουν οι βάσεις είναι κυρίως ο δεύτερος. Ανάλογα με το μάθημα και την επιτροπή είχαμε και διαφορετική υλοποίηση αυτής της φιλοσοφίας.

Στα Μαθηματικά είχαμε πολλά θέματα αλλά και αλλαγή της φιλοσοφίας των ζητουμένων από τους υποψηφίους. Οι υποψήφιοι, δηλαδή, έπρεπε, σε μεγάλο βαθμό, να χρησιμοποιήσουν γνώσεις και από τις προηγούμενες τάξεις για να καταφέρουν να ανταποκριθούν με επιτυχία στα θέματα κάτι που δεν συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια. Επίσης τα θέματα στηρίχτηκαν περισσότερο στο περιεχόμενο του σχολικού βιβλίου από τα προηγούμενα χρόνια, με αποτέλεσμα όσοι είχαν ξεχάσει ότι αυτό αποτελεί τη βάση της εξέτασης να αιφνιδιαστούν.

Στη Φυσική τα θέματα χαρακτηρίστηκαν πολύ καλά, γιατί έλυσαν το περσινό πρόβλημα των εξαιρετικά εύκολων θεμάτων που δημιούργησε μεγάλο κύμα «αριστούχων». Φέτος τα θέματα ήταν, όπως έχει γίνει κοινή έκφραση, διαβαθμισμένης δυσκολίας. Αυτό σημαίνει ότι περιμένουμε ομαλή κατανομή των υποψηφίων στη βαθμολογική κλίμακα, που είναι και το ζητούμενο σε όλα τα εξεταζόμενα στις Πανελλήνιες μαθήματα.

Στον πίνακα βλέπουμε το ποσοστό κάτω από τη βάση και το ποσοστό των αριστούχων στα βασικότερα μαθήματα των πανελληνίων εξετάσεων. Θα συγκρίνουμε αυτές τις επιδόσεις με τις επιδόσεις του 2017 για να δούμε ανά μάθημα κατά πόσο υλοποιήθηκε ο γενικότερος στόχος που φαίνεται ότι τέθηκε στην Κεντρική Επιτροπή των Εξετάσεων να είναι δυσκολότερα τα θέματα χωρίς να έχουμε πολύ μεγάλα ποσοστά υποψηφίων με βαθμολογίες κάτω από τη βάση.