Skip to main content

Ελληνικές εξαγωγές: Ώρα να γίνουν περισσότερα

Από την έντυπη έκδοση

Του Δημήτρη Τζάνα,
οικονομολόγου

Το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Την τελευταία τριετία οι εξαγωγές αποτελούν το 60% περίπου των εισαγωγών, ενώ το 2020, έτος πανδημίας με αισθητή την υποχώρηση του εμπορικού ελλείμματος (από 22,8 δισ. σε 18,5 δισ. ευρώ), η αναλογία των εξαγωγών σε σχέση με τις εισαγωγές δεν μεταβλήθηκε, παραμένοντας στο 61%. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να διαμορφώσει μία αποτελεσματική στρατηγική εξωστρέφειας, δηλαδή μιας πολιτικής που θα επιδιώκει την προώθηση των ελληνικών εξαγωγών στις αγορές του εξωτερικού σε βαθμό που να περιοριστεί αισθητά το χρόνιο εμπορικό έλλειμμα.

Οι επίσημες εκθέσεις για την ελληνική οικονομία, ΤτΕ, Έκθεση Πισσαρίδη, διεθνείς οργανισμοί (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ), αλλά και οι περισσότεροι οικονομολόγοι επισημαίνουν την ανάγκη να επιδιωχθεί συστηματικά η αυξημένη παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων. Ωστόσο, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί αρχικά την περιγραφή και κατανόησή του, στη συνέχεια την κατάστρωση σχεδίου δράσεων και τελικά την κινητοποίηση των μέσων για την εφαρμογή τους.

Η ακτινογράφηση των ελληνικών εξαγωγών, τόσο ως προς τη σύνθεσή τους όσο και ως προς τις χώρες προορισμού, μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα σε σχέση με την ενδεδειγμένη στρατηγική. Έτσι, το 2020 τα προϊόντα των ελληνικών διυλιστηρίων αποτελούν το κυριότερο εξαγόμενο προϊόν της χώρας. Τα πετρελαιοειδή καταλαμβάνουν την πρώτη θέση επί σειρά ετών, χωρίς ωστόσο η αξία τους να μπορεί να αντισταθμίσει την αξία των εισαγόμενων καυσίμων. Στις επόμενες θέσεις ακολουθούν τα φάρμακα, τα προϊόντα αλουμινίου, το παρθένο ελαιόλαδο, το βαμβάκι, τα μη κατεψυγμένα λαχανικά, οι σωλήνες, τα τυριά, διάφορα νωπά φρούτα, τσιγάρα, διάφορα γιαούρτια και τα ιχθυηρά, με την κατάταξή τους να μετατοπίζεται οριακά κατά τα τελευταία έτη. Είναι φανερό ότι από τη λίστα λείπουν προϊόντα υψηλής τεχνολογίας όπως υπολογιστές ή προϊόντα τηλεπικοινωνιών. Από την άλλη πλευρά, οι προορισμοί των ελληνικών εξαγωγών είναι η Ιταλία, η Γερμανία, η Κύπρος, η Βουλγαρία, η Τουρκία, η Γαλλία, οι ΗΠΑ, η Ισπανία, η Ρουμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Κίνα, δηλαδή όμορες χώρες ή μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι δύο υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και Κίνα, βρίσκονται χαμηλά στη σχετική κατάταξη.

Επομένως, τα εξαγωγικά προϊόντα της χώρας είναι κατά βάση βιομηχανικά ή αγροτικά, ενώ κραυγαλέα είναι η υστέρηση προϊόντων που εκπροσωπούν τις σύγχρονες τεχνολογίες. Επομένως, η ενδεδειγμένη στρατηγική για αύξηση των εξαγωγικών προϊόντων πρέπει να επιδιώκει την αναβάθμιση της ελληνικής βιομηχανίας ώστε να επιτυγχάνεται η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των υφιστάμενων προϊόντων, αλλά και η διεύρυνση της περιορισμένης παλέτας προϊόντων που μπορούν να εξαχθούν. Και η μεν ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων μπορεί να βελτιωθεί με το συστηματικό έλεγχο του κόστους ανά μονάδα προϊόντος όπως αυτός διαμορφώνεται από τα βασικά στοιχεία του (αξία πρώτων υλών, εργατικό κόστος, κόστος ενέργειας, χρηματοοικονομικό κόστος). Για όλα τα προαναφερόμενα τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι αντίστοιχοι κρατικοί φορείς μπορούν να συμβάλουν έτσι ώστε να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διεθνείς τιμές διαμορφώνονται από τις συνθήκες ανταγωνισμού και είναι επομένως συγκεκριμένες. Παράλληλα, με τη διενέργεια νέων επενδύσεων μπορεί να διευρυνθεί ο αριθμός των προς εξαγωγή προϊόντων, διαδικασία που στην παρούσα φάση μπορεί να προωθηθεί καθώς βελτιώνεται το επιχειρηματικό κλίμα και αρκετοί επανεξετάζουν την εκτέλεση επενδύσεων. Η διάσωση της Πίτσος μετά την υποβολή του σχεδίου της ελληνικής εταιρείας Pyramis με τη συνομολόγηση της γερμανικής Bosch δείχνει ότι κάτι αλλάζει. Ταυτόχρονα, η χώρα πρέπει να επιδιώξει την εγχώρια παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, προσελκύοντας με ειδικές πολιτικές πολυεθνικές εταιρείες που σε αυτή τη φάση αναδιατάσσουν τη εφοδιαστική τους αλυσίδα. Οι σχεδιαζόμενες επενδύσεις της Pfizer στη Θεσσαλονίκη αλλά και τα data centers της Microsoft είναι στη σωστή κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ειδικές πολιτικές μπορούν να εφαρμοστούν για τα 100 και πλέον ΠΟΠ (Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης) της αγροτικής μας οικονομίας όπως τα τυριά μας και τα άλλα προϊόντα που αποτελούν την ελληνική γαστρονομία σε όλες τις περιοχές της χώρας. Ο διπλασιασμός της παραγωγής τέτοιων προϊόντων με στόχο την εξαγωγή τους ή την απορρόφησή τους από τον τουρισμό είναι στόχος εφικτός για το άμεσο μέλλον.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν τη βασική ευθύνη για την αύξηση των εξαγωγών, πολιτική που τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται εντατικότερα, καθώς λόγω της εγχώριας ύφεσης οι πωλήσεις στο εσωτερικό υποχώρησαν. Όμως, όπως επισημαίνουν και οι φορείς της εξωστρέφειας, πολλά πρέπει να κάνουν και οι φορείς του Δημοσίου. Να υποβοηθήσουν τη συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς εμπορικές εκθέσεις. Να χρησιμοποιηθούν ευρωπαϊκοί πόροι για τη χρηματοδότηση των εξαγωγικών επιχειρήσεων. Να αρθούν τα εξαγωγικά αντικίνητρα, όπως οι καθυστερήσεις στις επιστροφές ΦΠΑ. Να υποβοηθείται η ασφάλιση των εξαγωγικών πιστώσεων, η κατάρτιση αποτελεσματικού marketing plan για τη βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων σε μια χώρα ή την είσοδο σε άλλη και η εκπαίδευση στη χρήση εργαλείων digital marketing. Ενέργειες που θα κατατείνουν στην ουσιαστική αναβάθμιση των ελληνικών εξαγωγών και στην αύξηση του ειδικού τους βάρους για την ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια.