Skip to main content

To ράλι των ομολόγων το ισχυρό χαρτί της Αθήνας

Το ράλι των ελληνικών ομολόγων συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς, καθώς η ταχεία αύξηση των θυμάτων από τον νέο κοροναϊό, αλλά και οι αλλεπάλληλοι πολιτικοί σεισμοί στην Ευρώπη ανοίγουν την όρεξη για κρατικό χρέος. Η νέα σημαντική αποκλιμάκωση στο κόστος δανεισμού συμπίπτει με την διαπραγμάτευση με τους θεσμούς και την προσπάθεια της Αθήνας να φέρει στο επίκεντρο τη συζήτηση για χαμηλότερα πλεονάσματα. 

Σήμερα η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς κρατικού ομολόγου υποχώρησε έως και το 1,02% μειωμένη κατά 4 μονάδες βάσης ή 2,85% σε σχέση με το προηγούμενο κλείσιμο. Κινείται πλεόν 300 μονάδες βάσης χαμηλότερα σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα και εκτιμάται ότι είναι ζήτημα ημερών να σπάσει προς τα κάτω και το φράγμα του 1%. 

Η εξέλιξη αυτή βελτιώνει σαφώς την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Η σχετική έκθεση του υπουργείου Οικονομικών θα δοθεί στη δημοσιότητα στις 26 Φεβρουαρίου και μία ημέρα αργότερα αναμένεται να δημοσιοποιηθεί και η έκθεση των θεσμών για την 5η μεταπρογραμματική αξιολόγηση.

Θα έχουν προηγηθεί αυτήν την εβδομάδα οι χειμερινές προβλέψεις της Κομισιόν, οι οποίες επιφυλλάσσουν θετικά νέα, όπως αποκάλυψε κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Πάολο Τζεντιλόνι. Η Επιτροπή θα αναθεωρήσει προς τα επάνω τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οκονομίας και αυτό είναι κάτι που έρχεται επίσης να ενισχύσει τα επιχειρήματα της Αθήνας για τη μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων. 

Σε συνέντευξή του στο γερμανικό περιοδικό Spiegel, ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας κάνει εκτενή αναφορά στις καλές οικονομικές επιδόσεις της χώρας των τελευταίων μηνών και ημερών και στο ευνοϊκό κλίμα που αναδύεται από τις αγορές. «Η χώρα αλλάζει, αναλαμβάνοντας υψηλό τίμημα οι πολίτες της, οι οποίοι έπρεπε να κάνουν πολλές θυσίες. Αλλά είμαι πεπεισμένος ότι η Ελλάδα ξεπέρασε την κρίση. Δεν υπάρχει λόγος για θριαμβολογίες, θα πρέπει να βελτιωθούμε, αλλά οι δύσκολες εποχές έχουν περάσει», αναφέρει.

Σχετικά με την επαναδιαπραγμάτευση των πρωτογενών πλεονασμάτων, τονίζει: «Οι στόχοι ορίστηκαν επί τη βάσει συγκεκριμένων υποθέσεων για τη βιωσιμότητα του χρέους. Όταν αυτές οι υποθέσεις αλλάξουν, όπως η ανάπτυξη και το κόστος δανεισμού, τότε δεν βλέπω τον λόγο να μην αλλάξουν και τα πλεονάσματα. Θα σήμαινε περισσότερη ανάπτυξη, κάτι που όλοι θέλουν στην Ευρώπη».

Προσθέτει δε πως «η  Ελλάδα υπερβαίνει τους στόχους ανάπτυξης, έχει χαμηλό επίπεδο δανεισμού και έχει αποπληρώσει το πιο ακριβό τμήμα του δανείου της από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κάτι που σημαίνει ότι οι παράμετροι για την ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους της έχουν αλλάξει». 

naftemporiki.gr