Skip to main content

Μυτιλήνη: Ολοκληρώθηκε η στερέωση και αποκατάσταση του ΒΑ περιβόλου του πάνω κάστρου

Το Κάστρο της Μυτιλήνης έκτασης 60 στρεμμάτων, αποτελούσε από την αρχαιότητα φυσική, οχυρή θέση παρέχοντας τη δυνατότητα ελέγχου των δύο λιμανιών, βόρειου και νότιου της πόλης

Ολοκληρώθηκε το χρηματοδοτημένο από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Βόρειο Αιγαίο 2014-2020 με προϋπολογισμό 2.350.000 ευρώ, πολύ σημαντικό όσο και δύσκολο έργο της στερέωσης και της αποκατάστασης του βορειοανατολικού περιβόλου του πάνω κάστρου της Μυτιλήνης.

Ήδη δε, όπως έχει ανακοινώσει η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, έχει ενταχθεί και τρέχει στο Ταμείο Ανάκαμψης, έργο στη συνέχεια των τειχών της τάξης των 2,5 εκατομμυρίων ευρώ καθώς και έργο αποκατάστασης του οθωμανικού μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείου) μέσα στο κάστρο, προϋπολογισμού 1,5 εκατομμυρίου ευρώ.

«Τα έργα στο Κάστρο Μυτιλήνης για το Υπουργείο Πολιτισμού είναι προτεραιότητα εδώ και πολλά χρόνια. Ήδη έχει γίνει ένα πάρα πολύ σημαντικό έργο το οποίο – δεν θα αναφερθώ στις προηγούμενες χρηματοδοτικές περιόδους θα αναφερθώ από το 2007 μέχρι σήμερα – αποτιμάται σε περισσότερα από 10-12 εκατομμυρίων ευρώ» είχε τονίσει η κ. Μενδώνη κατά την επίσκεψη της στο κάστρο της Μυτιλήνης το περσινό καλοκαίρι.

Στο πλαίσιο του έργου «Στερέωση και Αποκατάσταση του ΒΑ Περιβόλου (Περιοχή Β) του Άνω Κάστρου και Ανάπλαση μιας Οικίας Οθωμανικών Χρόνων στο Κάτω Κάστρο Μυτιλήνης», που χρηματοδοτήθηκε από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Βόρειο Αιγαίο 2014-2020, έγιναν οι απαιτούμενες αφαιρέσεις επιχώσεων και οι απαραίτητες διερευνητικές, ανασκαφικές εργασίες, κατά μήκος της εσωτερικής παρειάς του περιβόλου. Αυτές, σύμφωνα με τους ειδικούς αρχαιολόγους της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λέσβου, αποκάλυψαν τμήμα της οχύρωσης (συνολικού μήκους 130 μέτρων και μέγιστου ύψους 14.20 μέτρων), που ανάγεται τουλάχιστον σε δύο επάλληλες, οικοδομικές, χρονολογικές φάσεις:

– το ανώτερο ορατό τμήμα της οχύρωσης (μέγιστου ύψους 14.20 μέτρων και πλάτους 1.20 μέτρων) ανάγεται στην εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας (18ος-19ος αιώνας). Η χτιστή ανωδομή του ανακατασκευάστηκε και επισκευάστηκε αρκετές φορές, λόγω φυσικών καταστροφών ή πολεμικών επιθέσεων. Διακρίνονται διαφορετικοί τρόποι δόμησης, που πιθανότατα ταυτίζονται και με διαφορετικές χρονολογικές φάσεις.

– Στην υποκείμενη, υστεροβυζαντινή οχύρωση (14ος αιώνας), (μήκους 74 μέτρων, μέγιστου ύψους 5 μέτρων, πλάτους 2.20 μέτρων), η θεμελίωση εδράζεται στον λαξευμένο βράχο. Η διαμόρφωση της επίπεδης επιφάνειας στην εσωτερική του όψη, η ομοιομορφία του μεγέθους των επιλεγμένων λίθων και η ευστάθεια που επιτυγχανόταν χάρη στην επιμελημένη λάξευσή τους και τη χρήση κονιάματος, καθώς και η σύνδεση των δύο παρειών του με εγκάρσιους λίθους, τεκμηριώνουν κατασκευαστικά την οικοδομική τεχνική που χρησιμοποιήθηκε κατά την εποχή των Γατελούζων. Τα εντοιχισμένα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως σπόνδυλοι κιόνων, κιονίσκοι, κιονόκρανα, τρίγλυφα, επιστύλια, ενεπίγραφοι δόμοι και κίονες κ.ά, μαρτυρούν τις επισκευές και προσθήκες στις οποίες προέβησαν οι Γατελούζοι, ενσωματώνοντας τμήματα των τειχών της βυζαντινής περιόδου. Αντιπροσωπευτικά δείγματα πολύχρωμης, εφυαλωμένης κεραμικής, καθώς και νομίσματα, χρονολογημένα στον 14ο-15ο αιώνα και 18ο-19ο αιώνα, επιβεβαιώνουν τη χρονολόγηση του περιβόλου κατά τους παραπάνω αιώνες.

Σύμφωνα πάντα με τους ειδικούς αρχαιολόγους της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λέσβου, το Κάστρο της Μυτιλήνης έκτασης 60 στρεμμάτων, αποτελούσε από την αρχαιότητα φυσική, οχυρή θέση παρέχοντας τη δυνατότητα ελέγχου των δύο λιμανιών, βόρειου και νότιου της πόλης. Έφερε ισχυρή οχύρωση και στην βορειοανατολική πλευρά του θεμελιωνόταν στις βραχώδεις εξάρσεις του εδάφους.

Στη σημερινή του μορφή διαρθρώνεται σε τρεις περιβόλους: ο ανώτερος στη νοτιοανατολική παρυφή του, αποτελεί την τελευταία γραμμή άμυνας του κάστρου, περιλαμβάνοντας τον κεντρικό αμυντικό πύργο και την πυριτιδαποθήκη. Εντός του μεσαίου περιβόλου βρίσκονται τα κτήρια των φυλακών, του μεντρεσέ και του τεκέ, η βυζαντινή δεξαμενή και οι κρύπτες, καθώς ακόμα μία δεύτερη πυριτιδαποθήκη. Ο κυρίως αυτός περίβολος ήταν προσβάσιμος μέσω δύο συγκροτημάτων πυλών από τον νότο και από τα δυτικά μέσω της λεγόμενης Ορτά Καπού. Άλλες δύο μικρότερες πύλες στα βόρεια του περιβόλου, εξυπηρετούν την κίνηση από και προς τις κατοικίες του Κάτω Κάστρου, τη Σαπλιτζά και το χαμάμ, τα οποία, περιβαλλόμενα από το επιθαλάσσιο οχυρωματικό τείχος, εντάσσονται στον τρίτο περίβολο.

Το πολυμορφικό οχυρωματικό σύνολο του Κάστρου (τείχη, κανονιοστάσια, μνημειώδεις πύργοι και προμαχώνες, εντυπωσιακές πύλες), αποτέλεσε αναπόσπαστο τμήμα των μεγάλων οχυρωματικών έργων που κατασκευάστηκαν στη Λέσβο κατά τη Μεσαιωνική και Νεότερη περίοδο.