Skip to main content

Εκπαίδευση: Πού υστερεί και πού υπερτερεί η Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ε.Ε.

Τι δείχνει η έκθεση παρακολούθησης της εκπαίδευσης και κατάρτισης 2022 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Του Στράτου Στρατηγάκη,
Μαθηματικού – Ερευνητή
[email protected]
www.stadiodromia.gr

Ενδιαφέροντα στοιχεία για την Εκπαίδευση στη χώρα μας περιλαμβάνει η έκθεση παρακολούθησης της εκπαίδευσης και κατάρτισης 2022 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πρόκειται για ετήσια έκθεση που συγκρίνει τους δείκτες της Εκπαίδευσης της Ελλάδας με τον μέσο όρο της Ε.Ε. τώρα και 10 χρόνια πριν.

Η συμμετοχή στην προσχολική Εκπαίδευση (από την ηλικία των 3 ετών έως την ηλικία έναρξης της υποχρεωτικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης) είναι στην Ελλάδα 71,3%, ενώ το 2011 ήταν 85,3%. Πρόκειται για πολύ μεγάλη μείωση, που υποθέτουμε ότι οφείλεται στην οικονομική κρίση που ζήσαμε. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες κρατάνε τα εγγόνια και οι θέσεις στους βρεφονηπιακούς σταθμούς είναι λίγες και δεν επαρκούν για όλα τα παιδιά, παρά την τεράστια μείωση των γεννήσεων που έφερε η κρίση. Συγκριτικά το ποσοστό στην Ε.Ε. είναι 93% και το 2011 ήταν 91,8%, με το στόχο για το 2030 να είναι στο 96% και άνω. Η απόστασή μας από την Ευρώπη είναι πολύ μεγάλη.

Στην ηλικία των 15 ετών οι επιδόσεις των μαθητών χειροτερεύουν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη, όπως δείχνουν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA, που διοργανώνει ο ΟΟΣΑ και τα αποτελέσματά του χρησιμοποιούνται στην έκθεση. Στην κατανόηση κειμένου το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις από 19,7% πήγε στο 22,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση˙ σχεδόν 3 μονάδες κάτω. Στην Ελλάδα είχαμε άλμα: από 21,3% στο 30,5%. Δηλαδή το 2009 είχαν χαμηλή επίδοση 2 στα 10 παιδιά και έγιναν 3 στα 10. Οι μαθητές από χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο σημείωσαν χαμηλές επιδόσεις στην κατανόηση κειμένου σε ποσοστό 45%, ενώ οι μαθητές από υψηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο μόνο 15%, με το μέσο όρο να βρίσκεται στο 30,5%.

Αυτή η διαφορά ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο δείχνει ότι είναι σοβαρό επιστημονικό λάθος να κρίνουμε την επάρκεια του εκπαιδευτικού από τις επιδόσεις των μαθητών του. Οι επιδόσεις των μαθητών δεν εξαρτώνται μόνο από τη διδασκαλία του εκπαιδευτικού. Αν ήταν έτσι, τα πράγματα θα ήταν πολύ εύκολα και η βελτίωση της εκπαίδευσης θα ήταν μία απλή διαδικασία. Οι μαθητές, όμως, δεν ζουν σε κενό αέρος. Επηρεάζονται από το περιβάλλον τους. Είδαμε, λοιπόν, από τα συμπεράσματα του PISA, ότι η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού δεν πρέπει να σχετίζεται με τις επιδόσεις των μαθητών του. Όσοι, λοιπόν, κάνουν ότι δεν το καταλαβαίνουν έχουν άλλους σκοπούς πέρα από την αξιολόγηση για τη βελτίωση της Εκπαίδευσης.


Μία άλλη επισήμανση της έκθεσης της Ε.Ε. είναι ότι η ικανότητα των ατόμων ηλικίας 15 ετών να διακρίνουν τα γεγονότα από τις απόψεις στην Ελλάδα είναι 40,5%, ενώ ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 40,5%. Πρόκειται για μεγάλο πρόβλημα που θα καθορίσει την ποιότητα της δημοκρατίας μας στο μέλλον.

Η χειροτέρευση των επιδόσεων των 15χρονων μαθητών δεν περιορίστηκε μόνο στην κατανόηση κειμένου. Στα Μαθηματικά σε επίπεδο Ε.Ε. είχαμε μικρή χειροτέρευση με πολύ μικρή αύξηση του ποσοστού των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις από 22,7% στο 22,9%. Φυσικά στην Ελλάδα πήγαμε από το 30,3% στο 35,8% και στις Φυσικές Επιστήμες από το 25,3% πήγαμε στο 31,7%. Δηλαδή αυξήθηκε το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις κατά 5,5 μονάδες στα Μαθηματικά και 6,4 στις Φυσικές Επιστήμες. Η οικονομική κρίση και η μείωση των χρημάτων προς την Εκπαίδευση φυσικά έπαιξαν το ρόλο τους, αλλά βλέπουμε χειροτέρευση των επιδόσεων και στο μέσο όρο της Ε.Ε., που πέρασε και αυτή κρίση το 2008, όχι όμως τόσο μεγάλη όσο η χώρα μας. Ο στόχος που έθεσε η ΕΕ για ποσοστό μαθητών με χαμηλές επιδόσεις <15% για το 2030 απομακρύνεται, αντί να προσεγγίζεται. Αποτελεί σήμα κινδύνου για την Εκπαίδευση συνολικά στην ΕΕ.

Έχουμε, όμως, εξαιρετική επίδοση στα ποσοστά πρόωρης εγκατάλειψης της Εκπαίδευσης και της κατάρτισης στην Ε.Ε. με ποσοστό μόλις 3,2% το 2021, ενώ το 2011 το ποσοστό ήταν 12,9%. Στην Ε.Ε. το ποσοστό ήταν 13,2% το 2011 και μειώθηκε σε 9,7% το 2021˙ με στόχο για το 2030 το 9%. Η χαλαρότητα του σχολείου και η λογική να περνούν όλοι έφερε αυτό το τόσο καλό αποτέλεσμα, αφού τα παιδιά δεν έχουν κανένα λόγο να εγκαταλείψουν το σχολείο.

Στην τεχνική εκπαίδευση φοιτούσε το 31,9% των μαθητών Λυκείου το 2020, έναντι μέσου όρου 48,7% στην Ε.Ε.. Βέβαια τελευταία παρατηρείται στροφή των μαθητών προς την Τεχνική Εκπαίδευση μετά την καθιέρωση της ΕΒΕ, οπότε αναμένουμε να αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των μαθητών που επιλέγουν την τεχνική εκπαίδευση τα επόμενα χρόνια.

Το ποσοστό των αποφοίτων της Τεχνικής Εκπαίδευσης που επωφελούνται από τη μαθητεία ήταν το 2021 μόλις 18,6%, με το μέσο όρο της ΕΕ να βρίσκεται στο 60,7% για το στόχο της ΕΕ για το 2025 να είναι 60% και άνω. Χρειάζεται πολλή δουλειά για να λειτουργήσει η μαθητεία, που είναι μια πολύ καλή ιδέα, με όφελος, όμως, για λιγότερα από ένα στα πέντε παιδιά.

Η ολοκλήρωση της τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, στην ηλικιακή ομάδα 25-34 ετών, ήταν στη χώρα μας στο 32,3% του πληθυσμού αυτής της ηλικίας και έφτασε το 44,2% το 2021. Το ποσοστό αυτό θα μειωθεί τα επόμενα χρόνια, διότι με την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) είχαμε μεγάλη μείωση του αριθμού των εισακτέων. Ο στόχος για το 2030 είναι οι πτυχιούχοι να είναι περισσότεροι από το 45% του πληθυσμού ηλικίας 25-34 ετών. Προφανώς ενώ σχεδόν έχουμε πιάσει το στόχο ίσως βγούμε εκτός στόχου. Οι αντίστοιχες επιδόσεις στην ΕΕ ήταν 33% και έφτασαν το 41,2%. Ο στόχος του 45% σημαίνει ότι η Ευρώπη πιστεύει ότι ένας στους δύο πρέπει να είναι πτυχιούχος Πανεπιστημίου στη μελλοντική κοινωνία. Εδώ κάποιοι δεν το πιστεύουν. Εξαρτάται βέβαια και πώς βλέπουμε το μέλλον μας. Αν το βλέπουμε με μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, πράγματι δεν χρειαζόμαστε πολλούς πτυχιούχους.

Οι γυναίκες αποτελούν το 59% των πτυχιούχων και το ποσοστό τους στις σχολές θετικών επιστημών, τεχνολογίας, μηχανικής και μαθηματικών (STEM) είναι 38,4% όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 33,2%. Η Ελλάδα είναι σε καλύτερη μοίρα από πολλές χώρες της Ευρώπης και στο ποσοστό συνολικά των πτυχιούχων γυναικών, αλλά και στους αποφοίτους STEM. Οι περισσότερο ανδροκρατούμενες χώρες σ’ αυτές τις σχολές είναι η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γερμανία, η Ισπανία και η Φινλανδία, με ποσοστό γυναικών πτυχιούχων μικρότερο του 30%.

Το συμπέρασμα από την έκθεση είναι ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα αυτή τη στιγμή εντοπίζονται στους βρεφονηπιακούς σταθμούς και στη μαθητεία των αποφοίτων της Τεχνικής Εκπαίδευσης. Το συνολικό πρόβλημα της Εκπαίδευσης στη χώρα μας απεικονίζεται στις επιδόσεις των 15χρονων μαθητών, όπως φαίνεται στον πίνακα. Το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής δεν έχει ανακοινώσει ακόμη τα πλήρη αποτελέσματα της ελληνικής PISA, για να δούμε πώς μετρήθηκαν οι επιδόσεις των 12χρονων και των 15χρονων μαθητών μας με τα ελληνικά κριτήρια.