Skip to main content

Έκθεση – καταπέλτης του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις απευθείας αναθέσεις: Έτσι γίνεται η κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος

elsyn.gr

314.006 απευθείας αναθέσεις κατά τη διετία 2021-2022 - Πολλές χωρίς κριτήρια, χωρίς ανταγωνισμό και χωρίς έκπτωση

Καταπέλτης είναι η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις απευθείας αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων, καθώς διαπιστώνει αδιαφάνεια, μη έγκαιρο προγραμματισμό, εξάντληση των ανωτάτων ορίων, ελλιπή έλεγχο και αφήνει σαφείς αιχμές για διασπάθιση του δημοσίου χρήματος.

Ειδικότερα, το ένα από τα τρία ανώτατα δικαστήρια της χώρας, στην έκθεση ελέγχου 4/2023 ασχολήθηκε όχι μόνο με το θέμα του υπέρογκου αριθμού των δημοσίων συμβάσεων αλλά και με τις διαδικασίες ανάθεσης, με τις παρατηρήσεις κάθε άλλο παρά να είναι… κολακευτικές.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το θέμα του μεγάλου αριθμού απευθείας αναθέσεων ανέδειξε πρώτη η «Ν» (φ.29/10/2021). Στην έκθεση ελέγχου υπάρχουν αρκετά παραδείγματα για το πώς γίνεται κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος. Αναθέσεις χωρίς κριτήρια, χωρίς ανταγωνισμό, χωρίς έκπτωση, ενώ είναι σύνηθες το φαινόμενο οι αναθέτοντες φορείς να εξαντλούν τα ανώτατα όρια που προβλέπει ο νόμος.

Σε κάθε περίπτωση, η έκθεση θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν από την κυβέρνηση, τους τοπικούς φορείς και από όλους πολίτες οι οποίοι θα πρέπει να παρεμβαίνουν όταν διαπιστώνουν προκλητικές αναθέσεις.

Τι έγινε την τελευταία διετία

Η έρευνα του Ελεγκτικού Συνεδρίου εστίασε στις 314.006 απευθείας αναθέσεις της διετίας 2021-2022 (Απευθείας ανάθεση άρθρα 118 και 328 ν. 4412/2016 και Διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης άρθρο 32 ν. 4412/2016), συνολικού προϋπολογισμού 4,454 δισ. ευρώ, και καταλήγει στα εξής επτά πορίσματα:

1. Οι δημόσιοι φορείς δεν προγραμματίζουν εγκαίρως και ορθολογικά την κάλυψη των αναγκών τους. Προσαρμόζουν τις ανάγκες τους στο όριο των απευθείας αναθέσεων καλύπτοντας αυτές αποσπασματικά και προβαίνοντας σε κατατμήσεις.

2. Δεν αιτιολογείται επαρκώς ο απρόβλεπτος και επείγων χαρακτήρας των αναγκών που καλύπτονται με προσφυγή στη διαδικασία με διαπραγμάτευση. Οι αναθέτοντες φορείς ταυτίζουν το «απρόβλεπτο» με το «επείγον».

3. Σημαντικά περιθώρια ενίσχυσης υφίστανται στην ουσιαστική συμμετοχή των διοικητικών υπηρεσιών του φορέα κατά τη διαδικασία που προηγείται της τελικής απόφασης ώστε να μη δημιουργούνται υπόνοιες αυθαιρεσίας και αδιαφάνειας.

4. Σε πολλές περιπτώσεις δεν καθορίζεται με σαφήνεια το αντικείμενο της σύμβασης, ούτε προκύπτει ο τρόπος υπολογισμού της εκτιμώμενης δαπάνης. Δεν αποδεικνύεται προηγούμενη έρευνα αγοράς.

5. Δεν παρέχονται εχέγγυα διαφάνειας ως προς την επιλογή του αναδόχου και τον καθορισμό του τιμήματος ιδίως όταν διενεργούνται επανειλημμένες αναθέσεις στον ίδιο ανάδοχο. Δεν υφίστανται προκαθορισμένα και επομένως επαληθεύσιμα κριτήρια επιλογής όσων καλούνται να υποβάλουν προσφορά. Δεν γίνεται διαπραγμάτευση του τιμήματος. Προσφέρονται χαμηλά έως μηδενικά ποσοστά έκπτωσης. Συστήματα ηλεκτρονικής αγοράς δεν εφαρμόζονται ευρέως.

6. Το υψηλότερο ποσοστό απευθείας αναθέσεων παρατηρήθηκε στα νοσοκομεία. Μικρό ποσοστό των συμβάσεών τους ανατίθεται μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών λόγω χρόνιων συστημικών αδυναμιών σε συνδυασμό με τις επιτακτικές ανάγκες προμήθειας φαρμάκων και λοιπών αναλωσίμων. Προσφυγή σε νομιμοποιητικές διατάξεις.

7. Οι δημόσιοι φορείς δεν διαθέτουν σύστημα αξιολόγησης των καταγγελιών και αξιοποίησης αυτών για τη βελτίωση της ακεραιότητας της διαδικασίας των απευθείας αναθέσεων. Στις απευθείας αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων και στις αναθέσεις ύστερα από σύντομη διαδικασία διαπραγμάτευσης, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης, οι αναθέτουσες αρχές συνάπτουν τη σύμβαση με οικονομικό φορέα της επιλογής τους. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στις αναθέτουσες αρχές χάριν της απλούστευσης των διαδικασιών δεν σημαίνει ότι έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν όποιον φορέα επιθυμούν χωρίς να αιτιολογούν την επιλογή τους αυτή επισημαίνει, μεταξύ άλλων, το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Για να μην εγείρονται υπόνοιες χαριστικών συμβάσεων, η έλλειψη ανταγωνισμού πρέπει να αντισταθμίζεται με εγγυήσεις διαφάνειας αναφορικά με τα κριτήρια επιλογής του αναδόχου, τα οποία πρέπει να είναι προκαθορισμένα και επομένως επαληθεύσιμα. Η ανάγκη αυτή καθίσταται επιτακτικότερη όταν παρατηρείται συστηματική επιλογή του ίδιου αναδόχου επί σειρά ετών. Στην πλειονότητα των συμβάσεων που ελέγχθηκαν δεν προκύπτει ότι η επιλογή των αναδόχων γίνεται βάσει έρευνας αγοράς ή βάσει άλλων κριτηρίων τα οποία είναι προκαθορισμένα και διαφανή.

Καμία διαπραγμάτευση  – μικρές οι εκπτώσεις

Σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν αποδεικνύεται ότι οι φορείς διαπραγματεύονται το τίμημα με τον ανάδοχο που επιλέχθηκε. Ταυτοχρόνως παρατηρείται ότι το ποσοστό έκπτωσης σε σχέση με την προϋπολογιζόμενη δαπάνη είναι ιδιαίτερα χαμηλό. Μάλιστα,  όταν καλείται ένας μόνος ανάδοχος το προσφερόμενο ποσοστό έκπτωσης είναι είτε μηδενικό είτε περί το 1%. Σε κάθε περίπτωση, το ποσοστό είναι πολύ χαμηλότερο σε σχέση με αυτό που επιτυγχάνεται στις διαγωνιστικές διαδικασίες.

Τα παρακάτω ενδεικτικά παραδείγματα που παραθέτει το Ελεγκτικό Συνέδριο, το επιβεβαιώνουν:

(i) Σε ανοιχτό διαγωνισμό έργου το ποσοστό έκπτωσης ανήλθε σε 61%. Σε απευθείας ανάθεση όμοιου έργου το ποσοστό έκπτωσης ήταν 2%

(iiι) H μέση έκπτωση που χορηγήθηκε σε απευθείας αναθέσεις έργων ύδρευσης του άρθρου 328 του ν. 4412/2016 ήταν 3,75%. Στην ίδια χρονική περίοδο ο μέσος όρος των εκπτώσεων που παρασχέθηκαν για συναφή έργα, σε συνοπτικούς και σε ανοιχτούς διαγωνισμούς, ανέρχονταν, σε ποσοστό 48,56%

(iii) Σε απευθείας ανάθεση έργου «Συντηρήσεις ακτών Δήμου * έτους 2022- 2023» το ποσοστό έκπτωσης ήταν 1%. Το προηγούμενο έτος ο ίδιος ανάδοχος είχε δώσει έκπτωση 49% στο πλαίσιο διαδικασίας συνοπτικού διαγωνισμού, όπως προέκυψε από έρευνα της ομάδας ελέγχου στο ΚΗΜΔΗΣ

(iv) Σε προμήθεια ειδών ατομικής προστασίας η προσφορά του αναδόχου ήταν αυξημένη σε σχέση με προσφορά του ιδίου στο πλαίσιο ανοιχτού διαγωνισμού ο οποίος κρίθηκε μη νόμιμος κατά τον προσυμβατικό έλεγχο.

Μέχρι τελευταίας… δεκάρας

Με τον ν. 4782/2021 το ανώτατο όριο της εκτιμώμενης δαπάνης μέχρι του οποίου μπορεί να συναφθεί σύμβαση με απευθείας ανάθεση αυξήθηκε (από 1.6.2021) από 20.000 ευρώ σε 30.000 ευρώ για τις συμβάσεις προμηθειών και γενικών υπηρεσιών και σε 60.000 ευρώ για τις δημόσιες συμβάσεις έργων ή κοινωνικών και άλλων ειδικών υπηρεσιών, καθώς και έργων Τεχνολογίας Πληροφορικής και Επικοινωνιών. Χαρακτηριστικό είναι ότι μετά την αύξηση του ποσοτικού ορίου των απευθείας αναθέσεων που επήλθε από 1.6.2021 με τον ν. 4782/2021, ελεγχόμενοι φορείς συνήψαν για την κάλυψη των ίδιων αναγκών νέες συμβάσεις μέχρι του ποσού του νέου ορίου.