Skip to main content

«Καμπανάκι» για παραγραφή φορο-υποθέσεων

ΚΑΜΣΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ/INTIME

Τον κίνδυνο στο τέλος του έτους χιλιάδες περιπτώσεις να περάσουν στο απυρόβλητο επισημαίνει η ΑΑΔΕ

«Καμπανάκι» χτύπησε η ΑΑΔΕ στις ελεγκτικές αρχές, καθώς πλησιάζει το τελευταίο δίμηνο του έτους και μαζί ο κίνδυνος να «χαθούν» χιλιάδες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος, ΦΠΑ, ακινήτων, που μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2023 περνούν στο «απυρόβλητο».

Για μια ακόμα χρονιά στόχος της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) είναι να μην ξεφύγουν δεκάδες παραβάτες της φορολογικής νομοθεσίας που μπορεί να στερήσουν από τα ταμεία του Δημοσίου σημαντικά έσοδα, καθώς οι υποθέσεις τους βρίσκονται στο κατώφλι της παραγραφής. Προτεραιότητα, μάλιστα, σύμφωνα και με χθεσινή διευκρινιστική εγκύκλιο (υπ’ αρίθμ. Ε.2057/5.10.2023) της ΑΑΔΕ, πρέπει να δοθεί στις ανέλεγκτες φορολογικές υποθέσεις του έτους 2017, οι οποίες και παραγράφονται πρώτες στο τέλος του τρέχοντος έτους, εκτός φυσικά εάν υπάρχουν συμπληρωματικά στοιχεία που βάσει της νομοθεσίας παρατείνουν την παραγραφή στα 10 έτη ή άλλα δεδομένα όπως η υποβολή ή μη φορολογικών δηλώσεων που τροποποιούν τους χρόνους παραγραφής.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι φάκελοι όλων των υποθέσεων έχουν ήδη διαβιβαστεί στις εφορίες και τα Ελεγκτικά Κέντρα προκειμένου να γίνουν οι απαιτούμενοι έλεγχοι και στη συνέχεια να φύγουν τα ειδοποιητήρια με τον «λογαριασμό», αφού η όλη διαδικασία πρέπει να «τρέξει» με βάση την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην οποία αναφέρεται ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλλει φόρους και πρόστιμα θα χάνεται εάν εντός του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος για την παραγραφή δεν κοινοποιήσει στον φορολογούμενο την καταλογιστική πράξη.

Οι προθεσμίες

Στο πλαίσιο αυτό και η ΑΑΔΕ με την εν λόγω εγκύκλιό της αποσαφηνίζει τις προθεσμίες έκδοσης και κοινοποίησης πράξεων προσδιορισμού φόρων και επιβολής προστίμων, υπογραμμίζοντας ότι με βάση το ισχύον καθεστώς η πενταετής παραγραφή παρατείνεται για τις υποθέσεις που αφορούν φορολογικά έτη ή περιόδους, από την 1η Ιανουαρίου 2019 και μετά, στις εξής περιπτώσεις:

(α) εάν εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής υποβάλλεται αρχική ή τροποποιητική δήλωση ή περιέρχονται σε γνώση της φορολογικής διοίκησης νέα στοιχεία σε υπόθεση που έχει διενεργηθεί πλήρης έλεγχος ή σε κάθε άλλη περίπτωση περιέρχονται σε γνώση της φορολογικής διοίκησης πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή εκτός φορολογικής διοίκησης, από τις οποίες προκύπτει φορολογική οφειλή και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν, για περίοδο ενός έτους από τη λήξη της πενταετίας. Επισημαίνεται ότι για φορολογικά έτη, περιόδους, υποθέσεις από 1ης.1.2014 έως 31.12.2018 το δικαίωμα της φορολογικής διοίκησης να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου παρατείνεται για περίοδο ενός έτους από τη λήξη της πενταετίας, εάν ο φορολογούμενος υποβάλει αρχική ή τροποποιητική
δήλωση εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής.

Εξαιρετικά, δε, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να εκδοθεί εντός δέκα ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ή της τελευταίας δήλωσης σε περίπτωση που προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων:

(α) σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν έχει υποβάλει δήλωση εντός της προβλεπόμενης στον νόμο περιόδου

(β) σε περίπτωση που μετά την πενταετία περιέλθουν σε γνώση οποιασδήποτε υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση αυτής εντός της πενταετίας και προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί βάσει προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν. Το ανωτέρω μάλιστα καθεστώς καταλαμβάνει φορολογικά έτη, περιόδους, υποθέσεις από 1ης.1.2018 και μετά.

Ποια φορολογικά έτη παραμένουν ανοιχτά

Ειδικότερα, για τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014, 2015, 2016 και 2017, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής μπορεί να εκδοθεί εντός δέκα ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.

Έτσι, με βάση τις εν λόγω οδηγίες της ΑΑΔΕ:

  1. Για τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014-2017: πράξεις προσδιορισμού φόρου μπορούν να εκδοθούν εντός δέκα ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης, για περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Συνεπώς, για πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση οποιασδή- ποτε υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης και αφορούν σε φοροδιαφυγή, πράξεις προσδιορισμού φόρου εκδίδονται μόνο εφόσον πρόκειται για ποσά φόρων που υπερβαίνουν τις 50.000 ευρώ αν πρόκειται για υποθέσεις ΦΠΑ ή 100.000 ευρώ για άλλους φόρους ή τέλη κ.ά. Στην περίπτωση που οι πληροφορίες περί φοροδιαφυγής περιέλθουν σε γνώση οποιασδήποτε υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης μετά την πενταετία οι πράξεις προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμου εκδίδονται αποκλειστικά για τη φορολογητέα ύλη που προκύπτει από τις πληροφορίες αυτές και για το έτος στο οποίο αφορούν.
  2. Για υποθέσεις που αφορούν την έκδοση πλαστών/εικονικών φορολογικών στοιχείων ή λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση τέτοιων στοιχείων στις χρήσεις 2012 και 2013, καθώς και στο φορολογικό έτος 2014 και στο διάστημα 1/1 έως και 16/10/2015 του φορολογικού έτους 2015, οι οικείες πράξεις επιβολής προστίμου εκδίδονται ανεξαρτήτως ποσού, κατόπιν σύγκρισης για τη διαπίστωση της ευνοϊκότερης κύρωσης. Περαιτέρω, μόνο εφόσον από τον έλεγχο αυτών των φορολογικών στοιχείων προκύπτει ότι το ποσό του κύριου φόρου που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή εξέπεσε υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ για ΦΠΑ ή τις 100.000 ευρώ για άλλους φόρους ή τέλη, οι οικείες πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου στη φορολογία εισοδήματος ή/και ΦΠΑ κατά περίπτωση.
  3. Για τις χρήσεις 2012 και 2013, ειδικά για τη φορολογία κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών και κερδών από τυχερά παίγνια και για το φορολογικό έτος 2014, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι προϊσχύουσες του Κώδικα Φορολογικών Διαδικασιών διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και προστίμου, ανεξαρτήτως του ύψους της φοροδιαφυγής.