Skip to main content

Η (αν)αποτελεσματικότητα των εισαγωγικών δασμών

Ανάλυση

Του Μιχάλη Σκουζέ 
Προπτυχιακού φοιτητή Νομικής ΔΠΘ

Με αφορμή το επικείμενο (;) Brexit ένα από τα πολλά ζητήματα που έχουν ανακύψει είναι οι όροι του εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών της Μ. Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ελλείψει σχετικής συμφωνίας, αυτό θα γίνεται υπό τους όρους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και των αντίστοιχων Συμφωνιών (π.χ. GATT, GATS, κτλ).

Κάτι τέτοιο θα σημάνει την επιβολή δασμών στις εισαγωγές προϊόντων από την Ε.Ε. στην Μ. Βρετανία και αντίστροφα, δυνάμει της ρήτρας του Μάλλον Ευνοούμενου Κράτους (άρθρο Ι GATT ’94). Σύμφωνα με αυτήν την ρήτρα, κάθε Κράτος-μέλος του ΠΟΕ οφείλει να επεκτείνει άμεσα και άνευ όρων, κάθε προνόμιο που προσφέρει στα προϊόντα μιας χώρας, όσον αφορά στην επιβολή δασμών λόγω εισαγωγής ή εξαγωγής προϊόντων, στα όμοια προϊόντα οποιουδήποτε άλλου Κράτους-μέλους. Το ενδεχόμενο αυτό φέρνει στο επίκεντρο τη σημασία και το ρόλο που επιτελούν οι δασμοί στο διεθνές εμπόριο.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση με το άρθρο 30 ΣΛΕΕ απαγορεύεται η επιβολή εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών μεταξύ των Κρατών-μελών, ενώ με βάση το άρθρο 28 ΣΛΕΕ ιδρύεται τελωνειακή ένωση και υιοθετείται κοινό δασμολόγιο στις σχέσεις αυτών με τρίτες χώρες. Πρακτικά,  τα αναφερθέντα  άρθρα απελευθερώνουν πλήρως το εμπόριο μεταξύ των κρατών της Ένωσης επιτρέποντας την ταχύτατη (ελλείψει τελωνειακών ελέγχων) και οικονομική (ελλείψει δασμών, που θα αύξαναν τα λογιστικά κόστη) μεταφορά προϊόντων.

Οι δασμοί επιστρατεύονται συνήθως για να βοηθήσουν στην προστασία της εγχώριας παραγωγής του κράτους και στην εξασφάλιση κρατικών εσόδων. Στην πραγματικότητα, όμως, οι δασμοί δεν εγγυώνται απόλυτα την αποτελεσματική  προστασία της εγχώριας παραγωγής από τις εισαγωγές. Αυτό συμβαίνει, διότι μια αλλοδαπή εταιρεία έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει την παραγωγή της στην χώρα όπου επιβάλλονται οι δασμοί ή να εξαγοράσει τις ημεδαπές ανταγωνίστριες εταιρείες. Αξιοσημείωτο είναι πως σε περίπτωση που αλλοδαπή εταιρεία συστήσει θυγατρική  ή αποκτήσει τον έλεγχο σε μία ημεδαπή εταιρεία, είναι πιθανό να τεθεί θέμα ετεροδικίας (extraterritoriality). Σε μια τέτοια περίπτωση, η εταιρεία δε θα υπόκειται στους νόμους του κράτους υποδοχής, αλλά σε αλλοδαπούς νόμους, μειώνοντας τον έλεγχο που μπορεί να ασκήσει αυτό στην συγκεκριμένη εταιρεία και τα προϊόντα της. Το εν λόγω ζήτημα έχει απασχολήσει εντόνως τις ΗΠΑ, που με μια σειρά νομοθετημάτων έχουν απαγορεύσει για λόγους ασφαλείας τις ξένες επενδύσεις –μεταξύ άλλων- στις τηλεπικοινωνίες, τις αεροπορικές μεταφορές, τις ενεργειακές πηγές, την ακίνητη περιουσία. Συνεπώς, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η ύπαρξη ή μη δασμών δεν επηρεάζει την εγχώρια βιομηχανία.

Οι δασμοί, όμως, ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά και τον καταναλωτή, τα συμφέροντα του οποίου το κράτος οφείλει να προστατεύει. Τέτοια είναι η περίπτωση που δεν υπάρχει εγχώρια παραγωγή ή αυτή δεν είναι αρκετά υψηλή. Εφόσον, η ζήτηση σε κάθε περίπτωση θα καλυφθεί από εισαγωγές, η τελική τιμή πιθανότατα θα αυξηθεί εις βάρος του καταναλωτή, προκειμένου η αλλοδαπή εταιρεία να καλύψει το κόστος των δασμών. Ακόμα χειρότερο -από άποψη ανταγωνισμού- είναι το ενδεχόμενο όπου δύο ή περισσότερες εταιρείες εισάγουν όμοια προϊόντα στην ίδια χώρα, τα οποία υπόκεινται σε δασμούς, ενώ παράλληλα  οι καταναλωτές δεν έχουν ιδιαίτερη προτίμηση στα προϊόντα κάποιας εταιρείας.

Ένα ποσοστό του ύψους των δασμών, θα το επωμιστεί ο καταναλωτής με την αύξηση της τιμής των προϊόντων. Αν μια από αυτές τις εταιρείες μετατοπίσει την παραγωγή της στη  χώρα υποδοχής, τα προϊόντα της δε θα υπόκεινται  σε δασμούς, καθώς δε θα υπάρχει κάποιο πέρασμα συνόρων. Την ίδια στιγμή, τα προϊόντα των ανταγωνιστών της θα υπόκεινται. Η εν λόγω εταιρεία θα έχει τη δυνατότητα, να αυξήσει απρόσκοπτα την τιμή των προϊόντων της, έως το ποσό της αυξημένης τιμής των ανταγωνιστών της και να παρουσιάζεται ως η πλέον ελκυστική επιλογή για τους καταναλωτές. Αποτέλεσμα: ο καταναλωτής να πληρώνει παραπάνω για το ίδιο προϊόν από ότι θα πλήρωνε ελλείψει του δασμού, ενώ η εταιρεία που θα μεταφέρει την παραγωγή της σε αυτή τη χώρα να έχει αυξημένα έσοδα και να είναι σε πλεονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της.

Γίνεται, λοιπόν, εμφανές πως ο θεσμός των εισαγωγικών δασμών είναι ιδιαίτερα εύκολο να καταστρατηγηθεί και το τίμημα εν τέλει το πληρώνει ο καταναλωτής, με την αύξηση των τιμών, και όχι η αλλοδαπή εταιρεία. Η προστασία της εγχώριας παραγωγής δεν ενδείκνυται να επιτευχθεί με την επιβολή και την αύξηση των ήδη υπαρχόντων δασμών, τη στιγμή που οι αλλοδαπές εταιρείες θα έχουν μία γεμάτη φαρέτρα εναλλακτικών επιλογών, όπως τη μετατόπιση της παραγωγής στο κράτος υποδοχής. Συνεπώς, τα κράτη, εφόσον επιθυμούν να προστατεύσουν την εσωτερική τους παραγωγή και τα συμφέροντα του καταναλωτή, οφείλουν να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις, όπως για παράδειγμα η παροχή κινήτρων στις εγχώριες επιχειρήσεις.