Skip to main content

Βαρβάρα Νταλιάνη: «…Ξεχνάμε και τείνουμε να ρομαντικοποιούμε άλλες εποχές…»

«Λεμόνια Λεμόνια Λεμόνια Λεμόνια Λεμόνια» στο Θέατρο 104

© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

To πολυβραβευμένο έργο «Λεμόνια Λεμόνια Λεμόνια Λεμόνια Λεμόνια» του Σαμ Στάινερ, μετά την περσινή του επιτυχία, επιστρέφει για ένα δεύτερο κύκλο, περιορισμένων παραστάσεων, σε μια ανανεωμένη εκδοχή.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Βαρβάρα Νταλιάνη και στη σκηνή του Θεάτρου 104 ερμηνεύουν δύο νέοι  και ταλαντούχοι ηθοποιοί, η  Λίνα Πάτσιου και η Νίκος Κουκάς [Ευμολπιδών 41, Κεραμεικός].

Τι συμβαίνει όταν δεν μπορείς να πεις παραπάνω από 140 λέξεις ημερησίως; Πώς συνδυάζονται η επανάσταση και η λογική; Ποιος είναι ο καλύτερος επικήδειος για μία γάτα που την έλεγαν Ντένις;  Από την ομάδα που έφερε το έργο για πρώτη φορά στην Ελλάδα, η παράσταση επιστρέφει για να απαντήσει.

Ο Όλιβερ και η Μπερναντέτ συναντιούνται στην κηδεία μίας γάτας, καθώς η κυβέρνηση επιβάλλει ημερήσιο όριο λέξεων.  Θα καταφέρουν οι δυο τους να γνωριστούν, να επικοινωνήσουν και να αγαπηθούν ή θα χαθούν στη σιωπή; Επίκαιρο όσο ποτέ, το έργο διαπραγματεύεται μια μετ’ εμποδίων επικοινωνία σ’ έναν κόσμο που απομονώνει.

Ο συγγραφέας, σε μια αφήγηση με μη γραμμική χρονολογική σειρά εξερευνά το διαχρονικό ερώτημα: πώς θα έρθουμε, εντέλει, κοντά;

Η Βαρβάρα Νταλιάνη μίλησε μαζί μας.

Τα «Λεμόνια Λεμόνια Λεμόνια Λεμόνια Λεμόνια» συνεχίζουν με επιτυχία για 2η σεζόν. Που οφείλεται η επιτυχία αυτής της δουλειάς;

«Πιστεύω στη συνέπεια της δουλειάς μας και στην επιμονή για το καλύτερο δυνατό. Ακούγεται κάπως χιλιοειπωμένο, αλλά δεν υπάρχει μαγικός τρόπος να δουλέψουν τα πράγματα. Θέλουν να επιμείνεις, να τα επεξεργαστείς και να τα δοκιμάσεις. Τουλάχιστον, έτσι έχουν λειτουργήσει για μένα, μέχρι σήμερα. Δεν ξέρω άλλον τρόπο και δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο μυστικό. Μπορώ να πω ότι και πέρυσι, κατά τη διάρκεια των παραστάσεων, συνεχίσαμε να βελτιώνουμε συνειδητά τη δουλειά μας, ανεξαρτήτως από το πόσο ή τι άρεσε στο κοινό. Ούτως ή άλλως,  πιστεύω ότι έχουμε ένα πολύ ευγενές κοινό -κατά κύριο- λόγο στην πόλη, που θέλει να δει και το καινούριο και το πείραμα και έρχεται στο θέατρο ειλικρινά για να παρακολουθήσει και όχι να κρίνει. Και ’μεις, από τη θέση που βρισκόμαστε, πρέπει αυτό να το αναγνωρίζουμε και, ανεξαρτήτως της καλής ανταπόκρισης, να βελτιώνουμε στοιχεία που εμποδίζουν. Κάθε παράσταση, άλλωστε, είναι ένα work in progress. Δηλαδή, έρχεται η μέρα της παρουσίασης στο κοινό και πάντα υπάρχει κάτι ακόμα που θα μπορούσες να βελτιώσεις. Δεν σημαίνει ότι η δουλειά είναι πρόχειρη-κάθε άλλο. Σημαίνει ότι η δουλειά είναι δυναμική. Και οφείλει να είναι. Οι παραστάσεις δεν μπαίνουν σε Μουσεία. Δεν είναι στη φύση της δουλειάς μας. Αυτή τη φύση την αναγνωρίζουμε ως πραγματικότητα και από εκεί συνεχίζουμε».

Πώς είναι να σκηνοθετείς το ίδιο κείμενο, αρκετούς μήνες μετά και μάλιστα σε νέα θεατρική στέγη;

«Πέρυσι είχαμε τη χαρά να παίξουμε και σε δύο θέατρα εκτός Αθηνών, οπότε, βοήθησε αρκετά με τη φετινή προσαρμογή του έργου σε διαφορετικό χώρο.

Η αλήθεια είναι ότι με χαροποιεί το γεγονός ότι η απόσταση από αυτό που ήδη είχαμε φτιάξει με οδήγησε στο να ξαναδώ το κείμενο, αλλά γνωρίζοντάς το, κατά μία έννοια, αυτή τη φορά. Ευτυχώς, εξαρχής είχε γίνει καλή δουλειά και υπήρχε μια πάρα πολύ καλή βάση, ώστε φέτος να δουλέψω πιο λεπτομερειακά. Θα έλεγα ότι μου δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία να επικοινωνήσω με μεγαλύτερη σαφήνεια. Ως ευκαιρία το βιώνω. Και αλήθεια, αυτό με χαροποιεί. Δεν έχουμε συχνά στη ζωή δεύτερες ευκαιρίες. Σαφώς και αναγνωρίζω ότι αυτή η δεύτερη ευκαιρία μάς δόθηκε λόγω της αρχικής δουλειάς. Δεν ήταν ζήτημα “τύχης”, δηλαδή. Καλό είναι, όμως, να αναγνωρίζουμε ότι η καλή έκβαση δεν είναι αυτονόητη».

Στο έργο παρακολουθούμε πολλές μικρές σκηνές αλλά και διαφορετικά χρονικά επίπεδα αφήγησης. Αυτό πόσο σας δυσκόλεψε σκηνοθετικά;

«Συνήθως μου συμβαίνει αυτό που με δυσκολεύει περισσότερο να είναι και αυτό που με βοηθάει περισσότερο. Όντως, το μοντάζ της δραματουργίας είναι ιδιαίτερο. Με δυσκόλεψε το ότι δεν είναι συνηθισμένο και το ότι είναι μη αναμενόμενο. Αυτό, όμως, είναι που μου έδωσε τη λύση για τις αισθητικές αναφορές της παράστασης. Ναι μεν μας ξαφνιάζει το έργο όταν, αντί να κινείται γραμμικά, κινείται μπρος-πίσω ή όταν μια σκηνή διακόπτεται ξαφνικά για να συνεχιστεί σε κάποιο μελλοντικό σημείο, αλλά επειδή είναι καλή δραματουργία, η εξέλιξη της πλοκής κινείται προς τα μπρος. Οπότε, εντέλει, η ιδιαιτερότητά του είναι πρωτοτυπία και ομορφιά και όχι δυσκολία. Και ως προς την επικοινωνία του, δεν νομίζω ότι βγαίνει άνθρωπος από την παράσταση και δεν έχει καταλάβει τι γίνεται».

Επί σκηνής παρακολουθούμε δύο νέους ανθρώπους που καλούνται να επικοινωνήσουν με μόλις 140 λέξεις. Θα μπορούσε αυτό να ήταν μια αλληγορία για τον κόσμο των social media;

«Σίγουρα από εκεί ξεκίνησε η ιδέα του συγγραφέα. Στο έργο, βέβαια, η συνθήκη αυτή γενικεύεται και γίνεται ο τρόπος επικοινωνίας στο σύνολο της κοινωνίας.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα συνθήκη και ένα πολύ πρωτότυπο εμπόδιο. Κάποτε οι άνθρωποι έγραφαν ερωτικές επιστολές. Σήμερα, έχουμε τα social και στέλνουμε μηνύματα. Δεν είναι μόνο ότι δεν μπορείς να πεις όλα όσα θες, είναι πως γράφουμε όπως μιλάμε. Δεν υπάρχει διαφοροποίηση προφορικού και γραπτού λόγου στα social media. Στις ερωτικές επιστολές, οι άνθρωποι έγραφαν τη “μικρή” τους ποίηση για τον τρόπο που αγάπησαν. Ο Στάινερ διαπραγματεύεται τον τρόπο που θα έπρεπε να επικοινωνήσουν δυο ερωτευμένοι με τους περιορισμούς στα social media. Μεγάλη η απόσταση. Αλλά όχι τελειωμένη υπόθεση. Περιμένουμε να δούμε πού θα τους οδηγήσει η σιωπή».

Γιατί πιστεύετε ότι -ακόμα και χωρίς όριο λέξεων- δυσκολευόμαστε να επικοινωνήσουμε σήμερα;

«Πάντα, ενδεχομένως, να δυσκολευόμασταν να επικοινωνήσουμε. Ίσως σε κάθε εποχή διαφορετικά και για διαφορετικά ζητήματα. Νομίζω κάθε εποχή βρίσκει τον εαυτό της χειρότερο από την προηγούμενη. Ξεχνάμε και τείνουμε να ρομαντικοποιούμε άλλες εποχές. Σκεφτείτε, όμως, πόσα ταμπού υπήρχαν στην επικοινωνία σε άλλες περιόδους της ανθρωπότητας. Σήμερα, πιστεύω επικοινωνούμε πιο ελεύθερα. Τουλάχιστον, σε ένα μέρος του πλανήτη.

Έχοντας επίγνωση του παραπάνω, θα πω ότι στις μέρες μας η δυσκολία στην επικοινωνία είναι πολυπαραγοντική, όπως είναι κάθε θέμα που τίθεται σε μεγάλη κλίμακα. Θα επικεντρώσω, όμως, σε ένα ζήτημα της επικοινωνίας, που εξαιτίας του λόγου, περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Η επικοινωνία είναι στο 90% εξωγλωσσική. Επικοινωνούμε με τα ζώα, τα μωρά και με ανθρώπους που δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα. Αυτό, όμως, προϋποθέτει να βρισκόμαστε από κοντά. Πιθανά, η αποστασιοποίηση από το κοινωνικό σύνολο να προκαλεί πρόβλημα στην επικοινωνία στις μέρες μας. Κάπως απομονωθήκαμε και τα προηγούμενα χρόνια με την πανδημία και ξαναβγήκαμε ζαλισμένοι στον πραγματικό κόσμο. Η επικοινωνία πρωταρχικά προϋποθέτει ενσυναίσθηση. Ο άνθρωπος είναι το πιο προικισμένο ζώο σε ενσυναίσθηση, τόσο, που η ενσυναίσθησή μας ξεπερνάει το είδος μας. Όμως, όλα χρειάζονται εξάσκηση. Η ενσυναίσθηση χρειάζεται και αυτή εξάσκηση. Κάπως να ξαναβρεθούμε κοντά».

Πώς επιλέγετε τα κείμενα που ανεβάζετε;

«Τα επιλέγω επειδή μου αρέσουν πολύ. Επειδή χρειάζομαι να επικοινωνήσω κάτι σχετικά με το θέμα που διαβάζω ή τον τρόπο που διαπραγματεύεται ένα κείμενο το θέμα. Και επειδή θεωρώ χρήσιμο να επικοινωνήσω κάτι σε άλλους. Με οποιονδήποτε τρόπο χρήσιμο. Η συγκίνηση είναι χρήσιμη. Ο προβληματισμός, τα αναπάντητα ερωτήματα είναι χρήσιμα».

Επόμενα επαγγελματικά σχέδια;

«Προετοιμάζω για φέτος την Άνοιξη μια παράσταση πάνω στον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης σε δική μου δραματουργία, με τίτλο “Παλινωδία”. Είμαστε ήδη σε προκαταρκτική διαδικασία με τους συντελεστές και η αλήθεια είναι ότι ανυπομονώ να μπούμε κανονικά σε πρόβες. Η ιδέα προέκυψε από τις πολλαπλές διαστάσεις που έχει ο μύθος και μπορεί να είναι επίκαιρος με διαφορετικό τρόπο σε κάθε εποχή. Άλλωστε, είναι και αγαπημένος μύθος των καλλιτεχνών του θεάτρου -μουσικού θεάτρου κυρίως- και μπορώ να καταλάβω, πλέον, καλύτερα το γιατί. Βρίσκω ότι είναι ένα όμορφο ρίσκο για μένα».

Ταυτότητα Παράστασης

Συγγραφέας : Σαμ Στάινερ
Μετάφραση: Λίνα Πάτσιου
Σκηνοθεσία: Βαρβάρα Νταλιάνη
Σχεδιασμός Φωτισμών: Άννα Δεληγιάννη
Σκηνικά: Rastonee
Κοστούμια: Κωνσταντίνα Δαούτη
Επιμέλεια σκηνικών αντικειμένων: Ναταλία Λαμπροπούλου.
Κινησιολογία: Χρυσάνθη Φύτιζα
Φωτογραφίες: Γιώργος Κασσαπίδης
Graphic Designer: Χριστίνα Μπιλιούρη
Κατασκευή Σκηνικού: Γιώργος Βουρνουσούζης
Παραγωγή: Rastonee & heterodoxa theatre company
Υπεύθυνη Χορηγιών: Μαριλένα Θεοδωράκου
Επικοινωνία – Δημόσιες σχέσεις: Γιώτα Δημητριάδη

Ερμηνεύουν:

Μπερναντέτ: Λίνα Πάτσιου
Όλιβερ: Νίκος Κουκάς