Μηδενισμός και λαϊκισμός κατά δημοκρατίας

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017 11:25
UPD:11:25
REUTERS/ANDREA COMAS

Σε όλο τον κόσμο οι πολίτες είναι βαθιά απογοητευμένοι από τους πολιτικούς και τις εκλογές και ένας ανησυχητικά υψηλός αριθμός ψηφοφόρων φλερτάρει με τα πολιτικά άκρα.

A- A A+

Από την έντυπη έκδοση

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Ο καλλιεργούμενος μηδενισμός στις αναπτυγμένες κοινωνίες, σε συνδυασμό με την εξάπλωση του ακραίου ισλαμισμού, είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Τελικά, μήπως ο Σάμιουελ Χάντινγκτον σε μεγάλο βαθμό δικαιώνεται; Μήπως το βιβλίο του «Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης» επιβεβαιώνεται; Από την άλλη πλευρά, το περίφημο «Τέλος της Ιστορίας» του Φράνσις Φουκουγιάμα, επίσης βγαίνει αληθινό; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί βεβαίως να είναι απόλυτη, πλην όμως θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας πως η Ιστορία τελειώνει τουλάχιστον μία φορά -και μερικές φορές συχνότερα- στην ιστορική διαδρομή κάθε πολιτισμού.

Ο Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλος

Με βάση αυτή τη λογική, ο Σάμιουελ Χάντινγκτον υποστηρίζει ότι «η κατάρρευση ενός πολιτισμού μπορεί να μην είναι αναπόφευκτη, είναι όμως πιθανή». Κατά συνέπεια, στον χώρο της φιλελεύθερης Δύσης όλα είναι πιθανά και τα αίτια μιας παρακμής έχουν ήδη εγκατασταθεί στο προσκήνιο.

Μια πρώτη αιτία έγκειται στην αποδυνάμωση της επιρροής της Δύσης μπροστά στην ανάδυση ασιατικών πολιτισμών, που επεκτείνουν την οικονομική, στρατιωτική και πολιτική τους δύναμη. Την ίδια περίοδο, το Ισλάμ εκρήγνυται δημογραφικά, με αποσταθεροποιητικές συνέπειες για τις ίδιες τις μουσουλμανικές χώρες, καθώς και για όσες γειτονεύουν μαζί τους. Έτσι, οι μη δυτικοί πολιτισμοί επιβεβαιώνουν εκ νέου την αξία της δικής τους κουλτούρας, όχι όμως χωρίς να επωφελούνται οικονομικά από τη δυτική παγκοσμιοποίηση -η οποία εξελίσσεται σε δίκοπο μαχαίρι για τη Δύση.

Στο πλαίσιο αυτό, από την αρχή του 21ου αιώνα επιβεβαιώνεται ότι, για πρώτη φορά στην Ιστορία, η παγκόσμια πολιτική αποκτά πολυπολικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, γεγονός που έχει τεράστια σημασία. Αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο κατακερματισμός της Συρίας θα αποφασιστεί από τη Ρωσία και την Τουρκία, με τη Δύση να παρακολουθεί αμήχανα, τότε αμέσως καταλαβαίνει κανείς ότι το παγκόσμιο τοπίο αλλάζει. Ταυτοχρόνως, όμως, αποκτούν δύναμη και οι εχθροί των φιλελεύθερων δυτικών δημοκρατιών, οι οποίοι επωφελούνται από την εσωτερική κρίση της Δύσης και την αποσταθεροποιούν ακόμα περισσότερο.

Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας της Δύσης παίζουν η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, η βιασύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) να διευρυνθεί και η αδυναμία της Ευρωζώνης να δώσει και ουσιαστική οικονομική βάση στην ένωσή της, η οποία για την ώρα είναι απλώς νομισματική -και θα παρέμενε τέτοια αν δεν είχε εκδηλωθεί κρίση στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στην Πορτογαλία.

Επιπλέον, το γεγονός ότι στη Δύση, ειδικότερα δε στην Ευρώπη, η πολιτική έχει αποϊδεολογικοποιηθεί απομακρύνει τους πολίτες από τα πολιτικά κόμματα, τα οποία δεν μπορούν να προσφέρουν πλέον «χαρούμενα αύριο», οράματα και άλλες φρούδες ελπίδες. Έτσι, στον δυτικό κόσμο, η προσέλκυση πολιτών στις κάλπες, από 80% που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 τώρα οδεύει προς το 60% -με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον θεσμό της δημοκρατίας.

Σε όλο τον κόσμο οι πολίτες είναι βαθιά απογοητευμένοι από τους πολιτικούς και τις εκλογές και ένας ανησυχητικά υψηλός αριθμός ψηφοφόρων φλερτάρει με τα πολιτικά άκρα.

Η οικονομική κρίση έχει διαβρώσει τη συμφωνία που στήριζε τη δημοκρατία: οι ψηφοφόροι υποστηρίζουν τους πολιτικούς με αντάλλαγμα μεγαλύτερη ευημερία. Δεν είναι, βεβαίως, η πρώτη φορά -η ευρωπαϊκή δημοκρατία κλονίστηκε τη δεκαετία του 1930 εν όψει της Μεγάλης Ύφεσης, η δε νότιος Αμερική ολίσθησε στην απολυταρχία τις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Τα κόμματα που κατείχαν την εξουσία στην αρχή της κρίσης έχουν ως επί το πλείστον αποδυναμωθεί και αντικατασταθεί από την αντιπολίτευση. Ωστόσο, η πολιτική δεν έχει αλλάξει καθόλου: οι ψηφοφόροι εξακολουθούν να ζουν σε συνθήκες λιτότητας, υποφέρουν από την υψηλή ανεργία και δεν βλέπουν κάποια προοπτική δραματικής βελτίωσης. Οι πολιτικοί δεν έχουν τίποτε να υποσχεθούν στους ψηφοφόρους, αντιθέτως μειώνουν τις υπηρεσίες και τις παροχές από τις οποίες εξαρτώνται. Έτσι, οι ψηφοφόροι απομακρύνονται από την «καθεστηκυία τάξη».

Ακόμα και στην Αμερική, όπου ακόμα κυριαρχούν τα δύο μεγάλα κόμματα, έχει σημειωθεί υποχώρηση του δικομματισμού και η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται ολοένα και θερμότερη, καθιστώντας όλο και πιο δύσκολες τις συμφωνίες από τις οποίες εξαρτάται η δημοκρατία. Από πολλές οπτικές γωνίες, η αναρρίχηση του Ντόναλντ Τραμπ στο ύπατο αξίωμα της ισχυρότερης χώρας στον κόσμο λέει πολλά.

Αν αυτό αποτελεί για τη δημοκρατία ένα πρόβλημα «από κάτω προς τα επάνω», πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν και «από πάνω προς τα κάτω» ζητήματα. Πρώτον, η δημοκρατία έχει καταστεί απόμακρη. Όταν αναπτύχθηκε στην Αθήνα, η Δημοκρατία βασιζόταν σε όλους τους (άρρενες) πολίτες, οι οποίοι λάμβαναν αποφάσεις στην Αγορά ή στην Εκκλησία του Δήμου. Η σύγχρονη δημοκρατία, όπως αναδύθηκε στην Αμερική και στη Βρετανία, βασίστηκε στην αρχή της αντιπροσώπευσης: οι ψηφοφόροι αναθέτουν τη λήψη αποφάσεων σε αυτούς που εκλέγουν και τους οποίους μπορούν να αντικαταστήσουν. Ωστόσο, όλο και συχνότερα οι αντιπρόσωποί τους αναθέτουν τη λήψη αποφάσεων σε τεχνοκράτες.

Η νομισματική πολιτική βρίσκεται στα χέρια των μη εκλεγμένων κεντρικών τραπεζιτών, των οποίων η κάθε λέξη φαίνεται να κινεί τις αγορές και οι οποίοι είναι πιο βαρύνουσες οικονομικές προσωπικότητες από πολλούς πρωθυπουργούς. Στην Ευρωζώνη, για να μπορέσει η δημοσιονομική πολιτική να εφαρμοστεί σε εθνικό επίπεδο, πρέπει να εγκριθεί από τις Βρυξέλλες. Το ΔΝΤ και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου μπορούν να καθορίζουν την οικονομική πολιτική. Πολλοί ψηφοφόροι σκέπτονται ότι η φωνή τους μετράει ελάχιστα μπροστά σε όλον αυτό τον ξεχωριστό έλεγχο -κάτι που εξηγεί την άνοδο του αντιευρωπαϊκού αισθήματος σε όλη την Ευρώπη και θα αντικατοπτριστεί στην αύξηση της στήριξης ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων στις εκλογικές αναμετρήσεις που θα γίνουν μέσα στο 2017 σε μεγάλες χώρες της Ε.Ε.

Είναι κατάδηλο ότι, υπό παρόμοιες συνθήκες, μεγάλες κατηγορίες πολιτών τείνουν ευήκοον ους στον μηδενιστικό λαϊκισμό ακραίων πολιτικών παρατάξεων, οι οποίες, μέσα από ωκεανούς ψευδών, πωλούν «προστασία» και υπόσχονται «καλύτερες μέρες». Όχι, όμως, στη βάση προγραμμάτων και δράσεων, αλλά ξορκίζοντας τους «άλλους», δηλαδή τους «κακούς» -τους οποίους για λόγους ευκολίας έχουν βαφτίσει «ελίτ». Συνεπικουρούμενοι δε και από τους ριζοσπάστες δολοφόνους του Ισλάμ, οι αντιφιλελεύθεροι της Ευρώπης δεν καταλαβαίνουν ότι όσο πριονίζουν τους υπάρχοντες δημοκρατικούς θεσμούς υπονομεύουν και αυτή την ίδια την ύπαρξή τους.

Καθώς, λοιπόν, οι ασιατικοί και ισλαμικοί πολιτισμοί διεκδικούν όλο και περισσότερη συμμετοχή και επιρροή στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, η Δύση θα πρέπει να ξαναβρεί τη χαμένη της αίγλη όχι ως παράγοντας κυριαρχίας, αλλά ως φορέας συνεργασίας και εποικοδομητικού διαλόγου.

Προτεινόμενα για εσάς

Δημοφιλή