Γιάννης Ρέτσος στη «Ν»: «Κίνδυνος αφελληνισμού της ελληνικής ξενοδοχίας»

Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων μιλάει στη «Ν»
Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015 12:45
UPD:16:17
Eurokinissi/ΚΑΤΩΜΕΡΗΣ ΚΩΣΤΑΣ

Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων Γιάννης Ρέτσος.

Από την έντυπη έκδοση

Στον Λάμπρο Καραγεώργο
lkar@naftemporiki.gr

Η αβεβαιότητα περί των διαπραγματεύσεων κυβέρνησης και θεσμών έχει ήδη αρχίσει να στοιχίζει στον ελληνικό τουρισμό, καθώς από τη μία πλευρά καταγράφεται κλιμακούμενη ανάσχεση στον ρυθμό των κρατήσεων, ενώ είναι σαφές ότι υπάρχει και μεγάλος αριθμός πελατών που διστάζει ακόμη να προχωρήσει στην οριστικοποίηση των πλάνων του για διακοπές στη χώρα μας.

Απόλυτα ξεκάθαρος για τις αρνητικές επιπτώσεις στον τουρισμό από την παράταση του σίριαλ των διαπραγματεύσεων είναι, μιλώντας στη «Ν», ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων (ΠΟΞ) Γιάννης Ρέτσος, προειδοποιώντας παράλληλα ότι η «απουσία» του τραπεζικού συστήματος και η έλλειψη ρευστότητας όχι μόνον οδηγούν στον γκρεμό χιλιάδες υγιείς επιχειρήσεις κάθε μεγέθους, αλλά ταυτόχρονα προετοιμάζούν το έδαφος και για αφελληνισμό της ελληνικής ξενοδοχίας! Και αυτό, κατά την άποψή του, είναι εγκληματικό.

Κύριε πρόεδρε, εισερχόμαστε σταδιακά στη νέα τουριστική σεζόν. Μπορούν να βγουν κάποια οριστικά συμπεράσματα για το 2015, σχετικά με την τουριστική κίνηση;

«Είναι αρκετά νωρίς ακόμη για ασφαλείς εκτιμήσεις, καθώς δεν έχουν ακόμα διαμορφωθεί οι κύριες τουριστικές ροές και η διαδικασία των κρατήσεων βρίσκεται σε εξέλιξη.

Από τα μέχρι τώρα δεδομένα και στοιχεία διαπιστώνουμε ότι η χρονιά ξεκίνησε θετικά, υπό την έννοια ότι ο ρυθμός των κρατήσεων από τις περισσότερες αγορές κινείται σε επίπεδα υψηλότερα του αντίστοιχου περσινού διαστήματος, καθώς και ότι ικανός αριθμός tour operators δίνει αύξηση πωλήσεων σε σύγκριση με πέρυσι.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μπορεί κανείς να αισθάνεται ικανοποιημένος ή πολύ αισιόδοξος, ειδικά όταν η περίοδος ξεκινάει στο γενικότερο κλίμα αβεβαιότητας και έντονης δημοσιότητας που όλοι βιώνουμε. Αυτή η κατάσταση έχει ήδη αρχίσει να στοιχίζει στον ελληνικό τουρισμό, καθώς από τη μία πλευρά καταγράφεται κλιμακούμενη ανάσχεση στον ρυθμό των κρατήσεων, ενώ είναι σαφές ότι υπάρχει και μεγάλος αριθμός πελατών που διστάζει ακόμη να προχωρήσει στην οριστικοποίηση των πλάνων του για διακοπές στη χώρα μας».

Δεδομένου ότι η χώρα δεν έχει ζήσει τον νέο χρόνο έστω λίγες ημέρες ηρεμίας, χωρίς καταστροφικά σενάρια, τι είναι τελικά αυτό που ελκύει τέτοιες εποχές τους ξένους τουρίστες στην Ελλάδα;

«Η Ελλάδα είναι ένας ιδιαίτερα ελκυστικός, ασφαλής προορισμός που προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες σε όλες τις κατηγορίες πελατών και επισκεπτών, με πολύ καλές ξενοδοχειακές υποδομές και δελεαστική σχέση value for money.

Η εμπειρία των επισκεπτών που ταξιδεύουν στους ελληνικούς προορισμούς είναι θετική. Ως αποτέλεσμα οι καλές εντυπώσεις μεταφέρονται και αναπαράγονται στους κύκλους τους και στο περιβάλλον τους. Ας μην ξεχνάμε ότι οι συστάσεις συγγενών και φίλων παραμένουν ένας από τους πλέον καθοριστικούς παράγοντες στη διαδικασία επιλογής προορισμούς σε πολλές χώρες.

Εξάλλου, δεν έχει αλλάξει κάτι στην “καθημερινότητα” της τουριστικής Ελλάδας και αυτό είναι έκδηλο σε οποιονδήποτε έρχεται στη χώρα. Εκπέμπεται δε και από πληθώρα εγκωμιαστικών δημοσιευμάτων και αφιερωμάτων που κατακλύζουν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και ειδικά σε όσα ειδικεύονται στα ταξίδια και στις διακοπές.

Ωστόσο, αυτό που πρέπει να μας απασχολεί σοβαρά δεν είναι το γιατί έρχονται όσοι έρχονται, αλλά το γιατί δεν αποφασίζουν να έρθουν ή καθυστερούν να αποφασίσουν να έρθουν ακόμα περισσότεροι.

Είναι ευνόητο ότι αν δεν ξεκαθαρίσει σύντομα το τοπίο, η εικόνα θα αλλάξει επί τα χείρω. Βαδίζουμε διαρκώς σε τεντωμένο σχοινί και πρέπει να συνειδητοποιήσουν όλοι πως η κατάσταση αυτή έχει αρνητικές επιπτώσεις στη διαμόρφωση κλίματος και εντυπώσεων στο εξωτερικό».

Η τιμολογιακή πολιτική των ξενοδοχείων συνέβαλε στην άνοδο του τουριστικού ρεύματος;

«Οπως ξέρετε πολύ καλά, καθώς παρακολουθείτε πολύ προσεκτικά τις εξελίξεις στον τομέα του τουρισμού, η τιμολογιακή πολιτική των ξενοδοχείων εκ των πραγμάτων είχε καταστεί κύριο εργαλείο marketing του ελληνικού τουρισμού τα χρόνια της βαθιάς κρίσης. Κακώς μεν, αλλά ήταν κυριολεκτικά θέμα επιβίωσης. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή.

Η τιμολογιακή πολιτική των ξενοδόχων, κυρίως προς τους tour operators, κράτησε ζωντανό τον εισερχόμενο τουρισμό, μέχρις ότου αρχίσει η σταθεροποίηση από το 2012 και μετά.

Οταν, όμως, οι τιμές υποχωρούν σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο, στο ναδίρ θα έλεγα, είναι πολύ πιο δύσκολο να επανέλθουν στα επίπεδα εκείνα που χρειάζεται για να έχουν θετικό αντίκτυπο στα αποτελέσματα των επιχειρήσεων. Αυτά λαμβάνοντας υπ’ όψιν και ότι όταν υποχωρούν αναγκαστικά οι τιμές, διακυβεύονται και άλλες σημαντικές παράμετροι, όπως η ποιότητα του προϊόντος και των υπηρεσιών, οι θέσεις εργασίας, η περίοδος λειτουργίας κ.λπ.».

Προσδοκάτε βελτίωση των αποτελεσμάτων των ξενοδοχειακών μονάδων;

«Πριν αναφερθούμε σε προσδοκίες, μου δίνετε την ευκαιρία να αποσαφηνίσω ορισμένους “μύθους”, ας το πω έτσι. Κατ’ αρχάς, να τονίσω ότι τα έσοδα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων δεν έχουν άμεση σχέση με τα έσοδα που έχει η χώρα από τον τουρισμό. Αλλο οι εθνικές τουριστικές εισπράξεις και άλλο τα έσοδα των ξενοδοχείων.

Δεύτερον, κοιτάμε συνήθως τις πληρότητες και τις διανυκτερεύσεις, αλλά οι δείκτες που έχουν πραγματική σημασία για την ξενοδοχειακή επιχείρηση είναι άλλοι, όπως π.χ. η μέση τιμή δωματίου. Μπορεί ένα ξενοδοχείο να έχει εξαιρετικές πληρότητες, αλλά η κατάσταση στο ταμείο του να είναι πολύ διαφορετική. Τα ξενοδοχεία της Αθήνας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τον τελευταίο χρόνο, η πληρότητα αυξήθηκε κατά 21% και έχει πια επανέλθει σχεδόν στα επίπεδα του 2008, αλλά η μέση τιμή δωματίου αυξήθηκε κατά μόλις 5% και βρίσκεται ακόμα στα επίπεδα του 2012.

Τρίτον, για πέντε χρόνια τα ξενοδοχεία είχαν δραματική μείωση εσόδων, αλλά παράλληλα αύξηση του κόστους λειτουργίας, του εργασιακού κόστους, των φορολογικών και άλλων επιβαρύνσεων. Και το κυριότερο, ένα ασφυκτικό χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, με συσσώρευση υποχρεώσεων και ερμητικά “κλειστές πόρτες” από τους τραπεζικούς ομίλους.

Η πραγματικότητα, επομένως, είναι ότι το 2014 ήταν η πρώτη χρονιά μετά το 2009 που οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις είδαν βελτίωση στα αποτελέσματά τους, με αύξηση του τζίρου τους, αλλά ελάχιστες μεταξύ των χιλιάδων ήταν εκείνες που πέρασαν σε κερδοφορία.

Για το 2015, όντως προσδοκούμε περαιτέρω βελτίωση των αποτελεσμάτων, αλλά σταδιακά αυτή η προσδοκία αναλώνεται από την αβεβαιότητα».

Τι κάνει η Ομοσπονδία σας προκειμένου να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα ρευστότητας των ξενοδοχειακών μονάδων; Υπάρχει κάποια ελπίδα οι τράπεζες να αλλάξουν στάση;

«Η έλλειψη ρευστότητας και το δυσβάσταχτο υψηλό κόστος χρήματος εξακολουθούν να είναι τα μείζονα και κυρίαρχα ζητήματα όλης της αγοράς. Για τα ξενοδοχεία είναι και εντονότερα, σε σύγκριση με άλλους κλάδους, λόγω του αντικειμένου τους.

Συγκεκριμένα απαιτούνται χρήματα για τις απαραίτητες παρεμβάσεις, αποκαταστάσεις φθορών, συντηρήσεις, προμήθειες, (επανα)προσλήψεις προσωπικού, όπως επίσης για τον μεγάλο όγκο συναλλαγών με συνεργάτες και επιχειρήσεις του εξωτερικού.

Αν στα παραπάνω προσθέσουμε τη μείωση των προκαταβολών από τους tour operators, τα τελευταία χρόνια, αντιλαμβανόμαστε πόσο οξύτερο έως και δραματικό γίνεται το πρόβλημα. Τα τελευταία τρία χρόνια η Ομοσπονδία έχει εξαντλήσει κάθε μέσο, μοχλό και δίαυλο πίεσης προς αυτήν την κατεύθυνση. Εχουμε υποβάλει ρεαλιστικές και τεκμηριωμένες προτάσεις, φθάσαμε σε όλα τα επίπεδα, ακόμα και στο Μέγαρο Μαξίμου και στην Τράπεζα της Ελλάδας.

Το αποτέλεσμα είναι αυτό που όλοι βλέπουμε σήμερα στην αγορά και στις επιχειρήσεις. Δεν ξέρω αν υπάρχει ελπίδα, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι οι επιχειρήσεις δεν έχουν άλλες αντοχές, δεν έχουν εναλλακτικές λύσεις, δεν έχουν καμία ουσιαστική υποστήριξη. Η κατάσταση αυτή όχι μόνον οδηγεί στον γκρεμό χιλιάδες υγιείς επιχειρήσεις κάθε μεγέθους, τινάζοντας στον αέρα τη βιωσιμότητά τους, αλλά ταυτόχρονα προετοιμάζει το έδαφος και για αφελληνισμό της ελληνικής ξενοδοχίας! Και αυτό, κατά την άποψή μου, είναι εγκληματικό».

Τι ζητεί η Ομοσπονδία σας από τη νέα πολιτική ηγεσία του υπουργείου Τουρισμού και την κυβέρνηση εν γένει;

«Η ΠΟΞ έχει αναλυτικές και τεκμηριωμένες προτάσεις για όλο το πλέγμα θεμάτων που απασχολούν τον ξενοδοχειακό κλάδο. Πέραν όσων θίξαμε στη συζήτησή μας, ένα θέμα με κεφαλαιώδη σημασία είναι η ανάγκη επανεκκίνησης του εσωτερικού τουρισμού. Υπάρχει μία ολόκληρη άλλη τουριστική Ελλάδα που στηρίζεται και εξαρτάται από τον εσωτερικό τουρισμό και που εξακολουθεί να βρίσκεται σε δεινή θέση.

Η επέκταση και επαναφορά των προγραμμάτων Κοινωνικού Τουρισμού και η υιοθέτηση της πρότασης της ΠΟΞ για τη σχολική ανάπαυλα τη χειμερινή περίοδο, σε συνδυασμό με πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δράσεις, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση μίας συνολικής στρατηγικής για την εσωτερική αγορά. Επιπρόσθετα, πρέπει να έχουμε πάντα την προσοχή μας και στα αυτονόητα. Δεν γίνεται να ανοίγουν θέματα, ξαφνικά, εκ του μη όντος.

Είναι δυνατόν, για παράδειγμα, την ώρα που ξεκινάει η τουριστική περίοδος και οι πρώτοι τουρίστες βρίσκονται στις παραλίες μας, να υπογράφονται αποφάσεις που καθορίζουν το καθεστώς της παραχώρησης της απλής χρήσης αιγιαλού, που στην ουσία αφορούν στα ομπρελοκαθίσματα τα οποία χρησιμοποιούν οι τουρίστες για να απολαύσουν τον ήλιο και τη θάλασσα κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη χώρα μας;

Και μάλιστα χωρίς να προωθείται παράλληλα και η απαιτούμενη νομοθετική ρύθμιση για τον προσδιορισμό του τιμήματος που πρέπει να καταβάλουν οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις για τη χρήση αυτή;».

Προτεινόμενα για εσάς

Σχολιασμένα