Πρώτος στόχος η κερδοφορία, δεύτερος τα «κόκκινα» δάνεια

ΕΒΑ: Στο ναδίρ η ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών το α' τρίμηνο
Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018 09:42
UPD:09:45

Από την έντυπη έκδοση

Της Ειρήνης Σακελλάρη
esak@naftemporiki.gr

Στα αποτελέσματα των τραπεζών και όχι στις επισφάλειές τους επικεντρώνει την προσοχή της η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA) στο πλαίσιο της περιοδικής επικαιροποίησης-αναθεώρησης των κινδύνων για τα πιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης, με βάση τα στοιχεία του α’ τριμήνου του τρέχοντος έτους.

Η χώρα μας αν και διατηρεί τη θλιβερή πρωτιά σε ό,τι αφορά τα NPLs σε σχέση με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες (45% επί του συνόλου του χαρτοφυλακίου είναι ο δείκτης για τις ελληνικές τράπεζες) εντούτοις παραμένει στον μέσο ευρωπαϊκό όρο σε ό,τι αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών της. Ωστόσο, πρόβλημα για την Ελλάδα δείχνει να είναι η χαμηλή κάλυψη ρευστότητας. Με βάση τους πίνακες της EBA o σχετικός δείκτης για τη χώρα διαμορφώνεται κοντά στο 20%, ενώ η ελάχιστη απαίτηση είναι το 100% και ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι κοντά στο 150%.

O λόγος που αυτός ο κίνδυνος μοιάζει ανεχτός είναι πως οι ελληνικές τράπεζες έχουν capital controls. Όμως, ο δείκτης αυτός είναι μια ένδειξη πως δεν πρόκειται σύντομα να φύγουν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί από τις ελληνικές τράπεζες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στα στοιχεία του SSM για το τελευταίο τρίμηνο του 2017 το συγκεκριμένο στοιχείο έχει χαρακτηριστεί ως εμπιστευτικό, προφανώς γιατί υπολείπεται κατά πολύ των ελάχιστων απαιτήσεων της Βασιλείας ΙΙΙ και του κοινοτικού μέσου όρου.

Χαμηλές προμήθειες

Εντυπωσιακό είναι το γεγονός πως τα έσοδα από προμήθειες των ελληνικών τραπεζών ανέρχονται σε μόλις 15% του συνόλου των εσόδων των πιστωτικών ιδρυμάτων από λειτουργικές δραστηριότητες. Τούτο σημαίνει πως οι προμήθειες σε άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες είναι κατά πολύ υψηλότερες σε σχέση με τα τιμολόγια των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.
Το πρώτο τρίμηνο του 2018, λοιπόν, ο επικαιροποιημένος έλεγχος της ΕΒΑ εντόπισε συνεχείς βελτιώσεις στις επιδόσεις των τραπεζών, αλλά διαπίστωσε επίσης πως παραμένουν οι κίνδυνοι σε ό,τι αφορά την κερδοφορία τους, στοιχείο σημαντικό για την υγεία των τραπεζών από απόψεως κεφαλαιακής επάρκειας.

Ικανοποιητική επάρκεια

Οι δείκτες κεφαλαίου των ευρωπαϊκών τραπεζών παρέμειναν υψηλοί, παρότι υπέστησαν ελαφρά μείωση το πρώτο τρίμηνο του 2018. Ο δείκτης CET1 παρουσίασε οριακή κάμψη κατά 50 μονάδες βάσης, από 14,9% σε 14,4% το α’ τρίμηνο του 2018, κυρίως λόγω της μείωσης του κεφαλαίου tier one από κέρδη που παρακρατήθηκαν στο πλαίσιο της υιοθέτησης των νέων λογιστικών προτύπων IFRS9.

Οι τράπεζες της Ε.Ε. συνέχισαν να βελτιώνουν τη συνολική ποιότητα του χαρτοφυλακίου των δανείων τους. Το πρώτο τρίμηνο του 2018 ο μέσος όρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) συνέχισε την καθοδική του πορεία και έφθασε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 4ο τρίμηνο του 2014 (3,9%). Το αποτέλεσμα αυτό εξηγείται λόγω της αύξησης ανεξόφλητου όγκου των χορηγηθέντων δανείων και της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά σχεδόν 1/3 σε 3 έτη, από το 1,12 τρισ. ευρώ σε 779,2 δισ. ευρώ. Παρά την πρόοδο, χρειάζονται προσπάθειες για τη μείωση του όγκου των παλαιών NPLs. Η κερδοφορία παραμένει κυρίαρχη ανησυχία για τον τραπεζικό τομέα της Ε.Ε. Σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ο μέσος όρος του δείκτη απόδοσης του κεφαλαίου των τραπεζών μειώθηκε κατά 50 μονάδες βάσης, στο 6,8% το πρώτο τρίμηνο του 2018, κυρίως λόγω της ετήσιας μείωσης των καθαρών εσόδων από συναλλαγές. Η χαμηλή κερδοφορία και η ευρεία διασπορά σε ορισμένες χώρες (το ROE κυμαίνεται από 0,7% έως 19,1%), μαζί με τα υψηλά λειτουργικά έξοδα, εξακολουθούν να επιβραδύνουν τις προοπτικές κερδοφορίας του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα στο σύνολό του.

Η Ελλάδα δυστυχώς κάνει αρνητικό πρωταθλητισμό στον συγκεκριμένο δείκτη αφού η απόδοση κεφαλαίου των τραπεζών κινείται περί της μονάδας, στοιχείο το οποίο προβληματίζει έντονα πια όλους όσοι τοποθέτησαν κεφάλαια στα πιστωτικά ιδρύματα τα τελευταία έτη.

Ωστόσο, από τα αποτελέσματα του Ερωτηματολογίου Αξιολόγησης Κινδύνων της ΕBA εκτιμάται πως οι τράπεζες αναμένουν μια μικρή βελτίωση στην κερδοφορία των τραπεζών στο εγγύς μέλλον. Αυτό εν μέρει οφείλεται στην αύξηση των εσόδων από αμοιβές και προμήθειες και στη μείωση των λειτουργικών δαπανών.

Η χώρα μας κατέχει την πρωτελευταία θέση στη σχετική κατάταξη, ενώ τα καθαρά έσοδα από προμήθειες και τέλη των ελληνικών τραπεζών επί του συνόλου των λειτουργικών εσόδων τους κινούνται κάτω από το 15%, παρά το γεγονός πως οι Έλληνες συνηθίζουν να λένε ότι οι τράπεζες παίρνουν σημαντικές προμήθειες για τις συναλλαγές τους. Και μπορεί σε απόλυτες τιμές αυτό να είναι έτσι, όμως σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο ισχυρισμός αυτός δεν στέκει.

Προτεινόμενα για εσάς

Σχολιασμένα