Skip to main content

A. Κάμερ (ΔΝΤ) στη «Ν»: Η σχέση του Ταμείου με την Ελλάδα μετά την πλήρη αποπληρωμή

Της Νατάσας Στασινού
[email protected]

Οριστικό τέλος σε μία τραυματική εποχή για την Ελλάδα ετοιμάζεται να σημάνει η πλήρης αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ, η οποία όπως όλα δείχνουν θα έρθει μέσα στον επόμενο μήνα. Σε αποκλειστική συνέντευξή του στη Ναυτεμπορική, ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του Ταμείου, Άλφρεντ Κάμερ, επισημαίνει 4 βασικά διδάγματα από τη διαχείριση της κρίσης χρέους και εξηγεί πώς θα διαμορφωθεί η μελλοντική σχέση ΔΝΤ – Ελλάδας. Μοιράζεται δε τις εκτιμήσεις του για τις προοπτικές ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ και βιωσιμότητας του χρέους και προσδιορίζει τους κυριότερους κινδύνους. 

Το Ταμείο, όπως τονίζει, τοποθετεί τον πήχυ για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2022 στο 4,2%, εκτιμώντας ότι οι επιπτώσεις της Όμικρον στο ΑΕΠ θα περιοριστούν στους πρώτους μήνες του έτους και πριν την έναρξη της τουριστικής σεζόν.  Ωστόσο προειδοποιεί ότι η απρόβλεπτη δυναμική της πανδημίας, μέσω και των μεταλλάξεων, συνιστά πάντα έναν παράγοντα κινδύνου.

Όσον αφορά στη δεύτερη μεγάλη πρόκληση, αυτή του υψηλού ενεργειακού κόστους και του εκρηκτικού πληθωρισμού, παραδέχεται ότι είναι πιο επίμονη από ό,τι αρχικά υπολογιζόταν και τονίζει ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να την αντιμετωπίσουν με στοχευμένα, μέτρα στήριξης των ευάλωτων, που θα έχουν προσωρινό χαρακτήρα, αλλά και με συντονισμένες σε ευρωπαϊκό επίπεδο πολιτικές, οι οποίες θα ενισχύουν την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας και δεν θα υπονομεύουν τη μετάβασή της από τα ορυκτά καύσιμα στις ανανεώσιμες πηγές.

Σημειώνει ακόμη πως για να βοηθηθούν οι χώρες να ανταποκριθούν στις επενδυτικές ανάγκες που συνδέονται με τους «πράσινους» στόχους της Ε.Ε., θα μπορούσε να καθιερωθεί ένα ευρωπαϊκό κλιματικό επενδυτικό ταμείο- κάτι που όπως εξηγεί μπορεί να συζητηθεί στο πλαίσιο της ευρύτερης διαδικασίας για την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ενώ επαναλαμβάνει την πάγια σύσταση του ΔΝΤ για ενιαία δημοσιονομική ικανότητα στη ζώνη του ευρώ, δηλαδή για περαιτέρω βήματα στην κατεύθυνση της δημοσιονομικής ένωσης- κάτι που θα βοηθούσε να αποτραπούν μελλοντικές κρίσεις χρέους. 

Το ελληνικό χρέος μεσοπρόθεσμα είναι βιώσιμο, διαβεβαιώνει, αν και προσθέτει ότι πολύ μακροπρόθεσμα η εικόνα παραμένει αβέβαιη.

Παρά τα υψηλά ποσοστά εμβολιασμού η πανδημία δοκιμάζει ακόμη τις αντοχές της Ευρώπης με την ταχύτατη εξάπλωση μεταλλάξεων, όπως η Όμικρον. Πόσο απειλητικές είναι οι εξελίξεις στο επιδημιολογικό μέτωπο για την ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομία; 

Η πρόσφατη αύξηση των κρουσμάτων Covid-19 ανά την Ευρώπη, που οφείλεται στις παραλλαγές Δέλτα και Όμικρον, έχει οδηγήσει στην επαναφορά περιοριστικών μέτρων σε αρκετές χώρες της Ευρώπης. Η εξέλιξη αυτή έρχεται να προστεθεί στο υψηλό ενεργειακό κόστος και τα συνεχιζόμενα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα, προσθέτοντας νέα εμπόδια στην οικονομική δραστηριότητα. Αν και η οικονομική ανάκαμψη παραμένει ισχυρή, βραχυπρόθεσμα θα είναι βραδύτερη από ό,τι αρχικά περιμέναμε. Για αυτό και υποβαθμίσαμε στο 3,9% από 4,3% την πρόβλεψή μας για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης το 2022. Την ίδια ώρα οι θετικές εξελίξεις στα εμβόλια και τις θεραπείες βελτιώνουν το κλίμα, ενώ και η συνεχής προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα οδηγεί σε ενίσχυση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης για τη ζώνη του ευρώ.

Για την Ελλάδα περιμένουμε ότι οι επιπτώσεις από την εξάπλωση της Όμικρον θα περιοριστούν στους πρώτους μήνες του έτους. Εφόσον ο αντίκτυπος υποχωρήσει πριν την έναρξη της τουριστικής περιόδου και λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα στήριξης που έχει προωθήσει η κυβέρνηση, περιμένουμε ανάπτυξη 4,2% για την ελληνική οικονομία το 2022, με το ΑΕΠ να υπερβαίνει τα προ πανδημίας (2019) επίπεδα. Θα πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε ότι αβέβαιη εξέλιξη της όμικρον και οι πιθανές νέες μεταλλάξεις στο μέλλον συνιστούν παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη και τις προσπάθειες που είναι σε εξέλιξη για τον περιορισμό των κόκκινων δανείων στον τραπεζικό τομέα.

Όπως αναφέρατε η πανδημία δεν είναι η μόνη πρόκληση. Η ενεργειακή κρίση και ο υψηλός πληθωρισμός πιέζουν ακόμη περισσότερο τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Ποια πιστεύετε ότι θα είναι η διάρκειά τους και πώς θα πρέπει να αντιδράσουν οι κυβερνήσεις;

Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε το 2021, εν πολλοίς εξαιτίας των τιμών του πετρελαίου, αλλά και μεταβατικών παραγόντων όπως η αύξηση του ΦΠΑ στη Γερμανία και οι ανισορροπίες στην προσφορά και τη ζήτηση. Ο πληθωρισμός θα είναι υψηλότερος το 2022 από ό,τι αρχικά υπολογίζαμε, καθώς οι τιμές ενέργειας παραμένουν στα ύψη και οι πιέσεις στην πλευρά της προσφοράς επιμένουν περισσότερο. Ωστόσο στη συνέχεια ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει, καθώς οι παράγοντες αυτοί θα εξασθενούν.

Οι υψηλές τιμές ενέργειας είναι όντως επώδυνες. Οι κυβερνήσεις μπορούν να αναζητήσουν διαφορετικούς δρόμους για τη στήριξη ευάλωτων ομάδων μέσω στοχευμένων και προσωρινών μέτρων, όπως περιγράφεται και στην εργαλειοθήκη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο σχεδιασμός των μέτρων στήριξης αυτών είναι σημαντικό να μην υπονομεύει τους πράσινους στόχους της Ε.Ε., αλλά και να ενισχύει την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας μέσω μία συντονισμένης μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα στις ανανεώσιμες πηγές.

Ο υψηλός πληθωρισμός συνιστά βεβαίως πρόκληση και για την ΕΚΤ. Τι θα πρέπει να περιμένουμε στο νομισματικό πεδίο; Πόσο σύντομα θα δούμε αυξήσεις επιτοκίων του ευρώ;

 

Η αβεβαιότητα γύρω από τον πληθωρισμό παραμένει υψηλή, δεδομένης και της απρόβλεπτης δυναμικής της πανδημίας και του πιθανού αντίκτυπού της στην οικονομική δραστηριότητα. Το βασικό μας σενάριο θέλει τους μεταβατικούς παράγοντες να κάμπτονται το 2022 και το 2023 και τον πληθωρισμό να παραμένει κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ μεσοπρόθεσμα. Η ΕΚΤ θα πρέπει να κοιτάξει την πορεία των σημερινών πληθωριστικών πιέσεων και να διατηρήσει μία υποστηρικτική νομισματική πολιτική. Η ξεκάθαρη και αποτελεσματική επικοινωνία θα είναι καθοριστικής σημασίας στο να διασφαλίσει ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες θα μείνουν συγκρατημένες.

Αυτή τη στιγμή οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό είναι ξεκάθαρα ανοδικοί. Τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν πιέσεις δεύτερου γύρου και να οδηγήσουν τον πληθωρισμό κατά πολύ υψηλότερα του στόχου. Εάν οι κίνδυνοι αυτοί υλοποιηθούν η ΕΚΤ είναι καλά εξοπλισμένη να απαντήσει, αποσύροντας μέρος τη στήριξης, περιορίζοντας δηλαδή τις αγορές ομολόγων και αυξάνοντας βασικά επιτόκια.

Σε εξέλιξη βρίσκεται και η συζήτηση για την αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων. Σε ποια κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί η μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης; Έχει ανάγκη η Ευρωζώνη από ενιαία, κεντρική δημοσιονομική ικανότητα;

Το υφιστάμενο δημοσιονομικό πλαίσιο έχει βοηθήσει να περιοριστεί η συγκέντρωση χρεών σε σχέση με το τι θα είχαμε σε μία κατάσταση χωρίς κανόνες. Ωστόσο οι κανόνες είναι υπερβολικά περίπλοκοι, γεγονός που καθιστά δύσκολη την επικοινωνία, παρακολούθηση και τήρησή τους. Επιπλέον εν μέσω μεγάλης αύξησης των χρεών κατά τη διάρκεια της πανδημίας η εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων θα απαιτούσε μη ρεαλιστικά μεγάλη – και αντιπαραγωγική- προσαρμογή από υπερχρεωμένες χώρες.

Το δημοσιονομικό πλαίσιο θα πρέπει να αναθεωρηθεί ώστε να γίνει πιο αποδοτικό και αποτελεσματικό στην αποτροπή κρίσεων χρέους, επιτρέποντας ταυτόχρονα τη μακροοικονομική σταθεροποίηση σε περιόδους ύφεσης. Θα δημοσιεύσουμε τη δική μας πρόταση στο πρώτο εξάμηνο του 2022, η οποία θα στηρίζεται στις ακόλουθες αρχές:

        Η δημοσιονομική σταθερότητα θα πρέπει να διατηρηθεί ως κεντρικός στόχος, εστιάζοντας στο δημόσιο χρέος.

         Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης των εθνικών δημοσιονομικών συμβουλίων και του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στο να βελτιωθεί η «ιδιοκτησία» και η τήρηση των κανόνων.

         Για να βοηθηθούν οι χώρες να ανταποκριθούν στις επενδυτικές ανάγκες τους που συνδέονται με τους κλιματικούς στόχους της Ε.Ε., θα πρέπει να καθιερωθεί ένα κλιματικό επενδυτικό ταμείο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Η Ευρωζώνη θα μπορούσε επίσης να επωφεληθεί από ενιαία ικανότητα σταθεροποίησης (stabilization capacity). Αυτή είναι διαχρονική σύσταση του ΔΝΤ. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα ενίσχυε την ικανότητα των χωρών να χρησιμοποιούν αντικυκλικές πολιτικές και θα περιόριζε το βάρος της νομισματικής πολιτικής.

Ποιους κινδύνους βλέπετε για το ελληνικό χρέος μεσοπρόθεσμα;

Στην τελευταία έκθεσή μας κρίναμε ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει βιώσιμο για την επόμενη δεκαετία με την εκτίμηση αυτή να εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και σε διάφορα δυσμενή σενάρια. Ο επίσημος και άκρως ευνοϊκός χαρακτήρας του χρέους της Ελλάδας, η αναμενόμενη σταδιακή επιστροφή στα πρωτογενή πλεονάσματα, το μεγάλο ταμειακό απόθεμα της κυβέρνησης, η ενεργητική διαχείριση του χρέους και τα ευρωπαϊκά πακέτα οικονομικής και χρηματοπιστωτικής στήριξης, όλα μετριάζουν τους κινδύνους αναχρηματοδότησης μεσοπρόθεσμα. Η εικόνα είναι αβέβαιη όσον αφορά τον πολύ μακροπρόθεσμο ορίζοντα και ιδιαίτερα ως προς το εάν τα επιτόκια θα είναι αρκετά χαμηλά όταν η επίσημη χρηματοδότηση αντικατασταθεί με χρηματοδότηση από τις αγορές.

  

Η Ελλάδα σχεδιάζει να αποπληρώσει πλήρως το ΔΝΤ. Κοιτάζοντας τη σχέση της χώρας με το Ταμείο ποιο πιστεύετε ότι ήταν το πιο σημαντικό πράγμα, που επετεύχθη από την περίοδο της κρίσης χρέους έως σήμερα και ποιο ήταν το μεγαλύτερο λάθος; Τι θα σημάνει η πλήρης αποπληρωμή των δανείων για τη μελλοντική σχέση της χώρας με το ΔΝΤ;

 

Αν και η κρίση της περιόδου 2010 -18 ήταν τραυματική, η Ελλάδα παρέμεινε στην Ευρωζώνη και βγήκε από αυτήν με ισχυρή ανάπτυξη, μείωση της ανεργίας και με τους επενδυτές να βλέπουν διαφορετικά τη χώρα εν μέσω βελτίωσης της δημοσιονομικής διαχείρισης και χάρη στο μομέντουμ της εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών. Ως προς το τι πήγε σωστά και τι λάθος στα προγράμματα, επιτρέψτε μου να επισημάνω τέσσερα γενικά διδάγματα, τα οποία προκύπτουν από ποικίλες αξιολόγησης της βοήθειας που παρείχε το ΔΝΤ στην Ευρωζώνη.

Πρώτον, η πολιτική σταθερότητα και η ισότιμη κατανομή των βαρών είναι καθοριστικής σημασίας ώστε να χτίσει κανείς την «ιδιοκτησία» των μεταρρυθμίσεων.

Δεύτερον, είναι αναγκαίος ο ρεαλισμός ως προς το πόσα μπορούν να γίνουν σε μία σύντομη περίοδο.

Τρίτον, αξιόπιστες δεσμεύσεις για την ελάφρυνση χρέους είναι προϋπόθεση για την επιτυχία του προγράμματος σε συνθήκες, όπως αυτές με τις οποίες ήρθαμε αντιμέτωποι στην Ελλάδα.

Και τέλος, είναι καθοριστικής σημασίας η ανάπτυξη ισχυρής συνεργασίας με τους διάφορους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τις ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές.

Στο τελευταίο σκέλος της ερώτησής σας, πράγματι οι ελληνικές αρχές έχουν εκφράσει την πρόθεσή τους να αποπληρώσουν πλήρως το ΔΝΤ από τη στιγμή που θα έχουν την έγκριση και των Ευρωπαίων εταίρων τους για αυτό. Η αποπληρωμή θα ήταν ένα σημαντικό ορόσημο στη σχέση Ελλάδας – ΔΝΤ και σε πρακτικό επίπεδο θα τερμάτιζε την «μετα-μνημονιακή» αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας. Η σχέση με την Ελλάδα θα είναι εν πολλοίς αυτή που ισχύει και για τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Επιπλέον θα συνεχίσουμε να έχουμε συμμετοχή στις συζητήσεις μεταξύ των ελληνικών αρχών και των ευρωπαϊκών θεσμών εντός του πλαισίου της ενισχυμένης εποπτείας.