Επιμέλεια: Δανάη Αλεξάκη

Είναι η αγροοικολογία το μοντέλο για την επόμενη μέρα στη γεωργία;

Οι βασικές αρχές, οι προκλήσεις, οι διαφορές με τη βιολογική καλλιέργεια, η ένταξη στη νέα ΚΑΠ
Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2021 09:15
UPD:13:04
A- A A+

Η ανάπτυξη της αγροοικολογίας είναι μια εναλλακτική λύση για τη «συμβατική» γεωργία για να ξεκινήσει η μετάβαση του συστήματος διατροφής μας προς τη βιωσιμότητα.

Η αγροοικολογία βασίζεται σε μια θεμελιώδη αρχή: τη βέλτιστη χρήση των πόρων που παρέχονται από τη φύση για την ανάπτυξη της γεωργίας με τη χρήση ελάχιστων συνθετικών εισροών (λιπάσματα, φυτοφάρμακα ή αντιβιοτικά) και αύξηση της ανθεκτικότητας και της αυτονομίας των αγροκτημάτων.

Αποτελεί μια ανερχόμενη έννοια, που προωθεί την εφαρμογή οικολογικών αρχών για τον σχεδιασμό και διαχείριση πραγματικά αειφόρων και ανθεκτικών συστημάτων τροφίμων.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Agroecology Europe Association ως επιστήμη, πρακτική και κίνημα κατανοεί και σχεδιάζει τα γεωργικά συστήματα όχι μόνο από οικολογική αλλά και αντίστοιχη κοινωνικο-οικονομική άποψη, οπότε και θεωρείται μια ολιστική μελέτη της «οικολογίας» του αγροδιατροφικού συστήματος, περιλαμβάνοντας τόσο οικολογικές όσο οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις.

Οι βασικές αρχές της αγροοικολογίας, σύμφωνα με την τελευταία έκδοση του Αγροοικολογικού Δικτύου (2019), με τίτλο: «Η προοπτική της Aγροοικολογίας στη γεωργία. Για τη μετάβαση προς ένα πραγματικά βιώσιμο αγροδιατροφικό σύστημα» περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

i) τη διατήρηση και χρήση της αγροτικής βιοποικιλότητας (γενετική, ειδών και οικοσυστήματος/τοπίου) με τρόπο που να εκμεταλλεύεται και να ενισχύει τις ωφέλιμες βιολογικές αλληλεπιδράσεις και συνέργειες για την πρόληψη προσβολών από ασθένειες μέσω διαδικασιών φυσικού ελέγχου/βιολογικής καταπολέμησης,
ii)  την ανακύκληση θρεπτικών συστατικών και ενέργειας, δημιουργώντας «κλειστά» παραγωγικά συστήματα, βασισμένα σε τοπικές εισροές αντί στην εξάρτηση από αντίστοιχες εξωτερικές (φυτοφάρμακα, λίπανση κ.ο.κ.),
iii)  την ορθή διαχείριση του εδάφους, μειώνοντας κατά το δυνατό τη διατάραξη και αυξάνοντας την οργανική ουσία του και τις διαδικασίες βιολογικής δέσμευσης του αζώτου, εμμέσως και τη γονιμότητα και υγεία του,
iv)  την, κατά το δυνατό, ενσωμάτωση τόσο φυτικής όσο και ζωικής παραγωγής, ως ζωτικά μέρη του αγροοικοσυστήματος,
v)  τις γενικότερες διαδικασίες ορθολογικής χρήσης των φυσικών πόρων που να οδηγούν σε διαδικασίες αναγέννησης αντί υποβάθμισης των οικοσυστημάτων.

Ένας ριζικά διαφορετικός τρόπος σκέψης

Ο καθηγητής Steve Gliessman (Παν. Καλφόρνια, Santa Cruz, ΗΠΑ) σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Αγροοικολογικό Δίκτυο Ελλάδος χαρακτηρίζει την αγροοικολογία ως έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο σκέψης για τη βιωσιμότητα των αγροδιατροφικών συστημάτων. «Είναι πραγματικά ένας τρόπος να μεταμορφώσουμε τον τρόπο σκέψης μας, να αναπτύξουμε ένα ριζικά διαφορετικό παράδειγμα ώστε να ξεφύγουμε από το να σκεφτόμαστε απλά τις υψηλές αποδόσεις και τα κέρδη στη γεωργία και να σκεφτούμε πώς να φέρουμε πολιτισμό πίσω στη
γεωργία. Είναι ένας ανθρωποκεντρικός τρόπος σκέψης για τα αγροδιατροφικά συστήματα. Έτσι, μετατρέπεται πραγματικά σε ένα ριζικά διαφορετικό τρόπος σκέψης» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός επικεντρώνεται στις πρακτικές

Ο ίδιος ερωτηθείς για το κατά πόσο ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός της γεωργίας μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο στην αγροοικολογική προσέγγιση εκτιμά ότι «μόνο εν μέρει, διότι όλα αυτά τα εργαλεία επικεντρώνονται στις γεωργικές πρακτικές και δεν μιλούν για τις διαρθρωτικές αλλαγές που απαιτούνται στα αγροδιατροφικά συστήματα. Δεν μιλούν πραγματικά για την αλλαγή των ίδιων των συστημάτων, τα οποία δημιούργησαν τόσο μεγάλη απόσταση μεταξύ των ανθρώπων που καλλιεργούν το φαγητό και των ανθρώπων που το καταναλώνουν, για τη μετατροπή του σε business και πώς να απομυζήσουμε περισσότερα από αυτό. Για το ότι δεν παρέχουν υγεία, διατροφική αξία ή βιοπορισμό για τους αγρότες. Είναι απλά ένας τρόπος του συμβατικού τρόπου γεωργίας για να καλουπώσουν την αγροοικολογία και να τη χρησιμοποιήσουν ώστε να διατηρήσουν την κυρίαρχη θέση στα συστήματα διατροφής, γι’ αυτό και πρέπει πραγματικά να υπερβούμε αυτό το είδος σκέψης και να αναλογιστούμε ολόκληρο το σύστημα διατροφής».

Τα πραγματικά εμπόδια για την αλλαγή

Αναφερόμενος στις προκλήσεις και τα εμπόδια για την κλιμάκωση της αγροοικολογίας, ο καθηγητής αναφέρει πως υπάρχουν στην πραγματικότητα αρκετά εμπόδια στο να αλλάξουν οι γεωργοί τον τρόπο που παράγουν ή τους καταναλωτές να αλλάξουν το πώς τρώνε: «Πολλά από αυτά έχουν να κάνουν με τον ισχυρό έλεγχο του συστήματος τροφίμων από πολυεθνικές και μεγάλες εταιρίες, μετατρέποντάς το απλά σε business και όχι σε κάτι που πραγματικά υποστηρίζει τους ανθρώπους. Αυτό θα είναι δύσκολο να διαρρηχθεί. Δημιουργήσαμε ένα σύστημα φτηνών τροφίμων, ένα σύστημα εστιαζόμενο στις εξαγωγές προϊόντων και εξαρτώμενο από υψηλές εισροές (φυτοφάρμακα, λιπάσματα). Πρέπει να σκεφτούμε πώς να επαναφέρουμε την παραδοσιακή τοπική γνώση των γεωργικών συστημάτων ταοποία παράγουν βιώσιμα εδώ και αιώνες και να τη συνδέσουμε με την επιστήμη της αγροοικολογίας. Να συγκεντρώσουμε έτσι τις παραδοσιακές και τις επιστημονικές γνώσεις και να δημιουργήσουμε έναν εντελώς νέο τρόπο σκέψης για ολόκληρο το σύστημα παραγωγής τροφίμων, αλλά στο πλαίσιο αυτής της μετασχηματιστικής αλλαγής που πρέπει να λάβει χώρα στη δομή της γεωργίας, που δεν θα είναι μόνο περιβαλλοντικά αλλά και οικονομικά και κοινωνικά βιώσιμο και προσβάσιμο, ειδικά για τις γυναίκες και τους νέους, έτσι ώστε να τους προσελκύει η γεωργία ως τρόπος ζωής».

Η αντιστοίχιση με άλλες προσεγγίσεις

Από την πλευρά του ο δρ Βασίλης Γκισάκης, γεωπόνος, μέλος Δ.Σ. του Agroecology Europe, συντονιστής του Ελληνικού Αγροοικολογικού Δικτύου, ερωτηθείς σχετικά με τις διαφορές μεταξύ βιολογικής γεωργίας και αγροοικολογίας αναφέρει -σε συνέντευξή του στον ιστότοπο της Ελληνικής Γεωργίας- ότι «η αγροοικολογία δεν είναι ακόμα μια προσέγγιση και δεν υφίσταται ως ξεχωριστό σύστημα διαχείρισης προς πιστοποίηση. Είναι περισσότερο ένα επιστημονικό και αντίστοιχο πρακτικό πλαίσιο, μια “ομπρέλα” εννοιών και αρχών, βασισμένο στην επιστήμη και την πρακτική, η οποία θα μας δείξει τον δρόμο με κύρια κριτήρια τις περιβαλλοντικές και παραγωγικές επιδόσεις. Γι’ αυτό και έχει σημαντική αντιστοίχιση με άλλες “φιλο-περιβαλλοντικές” προσεγγίσεις όπως η βιολογική και βιοδυναμική γεωργία, η αγροδασοπονία, η γεωργία χαμηλών εισροών, η περμακουλτούρα (αεικαλλιέργεια) κ.ο.κ. Έτσι, οι αρχές και οι πρακτικές που προτείνει ήδη συναντώνται σε συστήματα διαχείρισης όπως η βιολογική γεωργία, και όχι μόνο.

Παραδείγματα αποτελούν η αμειψισπορά, η βιολογική καταπολέμηση των εχθρών των καλλιεργειών, η χρήση τοπικά προσαρμοσμένων ποικιλιών, η ελαχιστοποίηση κατεργασίας του εδάφους, η ελαχιστοποίηση εξωτερικών εισροών, όπως συνθετικά φυτοφάρμακά και λιπάσματα, όλα αυτά είναι αγροοικολογικές στρατηγικές η οποίες ήδη εφαρμόζονται από βιοκαλλιεργητές.

Το ίδιο και άλλες “στρατηγικές” όπως η άμεση σχέση παραγωγού-καταναλωτή, η στήριξη τοπικών παραγωγών, π.χ. με τη λεγόμενη Κοινοτικά Υποστηριζόμενη Γεωργία χωρίς μεσάζοντες, κ.ο.κ., οι οποίες αντιπροσωπεύουν το κοινωνικό-οικονομικό κομμάτι της αγροοικολογίας.

Βέβαια, μπορούμε να έχουμε και μια μορφή βιολογικής γεωργίας η οποία απλά πληροί τις επίσημες προδιαγραφές πιστοποίησης και υποκαθιστά, αλλά συνεχίζει να έχει αυξημένες, τις εισροές φυτοπροστασίας και λίπανσης με οργανικά ή/και εγκεκριμένα σκευάσματα, χωρίς να προχωρά παρακάτω, ώστε να μεταμορφώσει γενικότερα το σύστημα παραγωγής και να γίνει πραγματικά βιώσιμο και ανθεκτικό. Αυτό θεωρείται ότι είναι μόνο ένα αρχικό στάδιο για τη μετάβαση προς ένα πραγματικά βιώσιμο σύστημα τροφίμων. Και είναι κάτι που έχει ήδη αναγνωριστεί από το διεθνές κίνημα βιολογικής γεωργίας (IFOAM) και τους συνειδητοποιημένους βιοκαλλιεργητές, μιλώντας πια για την εξέλιξη της βιολογικής γεωργίας προς ένα επόμενο στάδιο, το organics 3.0, που ενσωματώνει ολιστικές και αγροοικολογικές προσεγγίσεις γεωργικής βιωσιμότητας».

Κλιμακούμενη αλλαγή με την εμπλοκή όλων

Σύμφωνα με τον ίδιο, η μετάβαση προς πραγματικά βιώσιμα αγρο-διατροφικά συστήματα είναι μια πολυπεπίπεδη διαδικασία, δεν ολοκληρώνεται σε μια μέρα. «Απαιτεί αρχικά τα αγροτικά συστήματα να γίνουν πιο αποδοτικά, κατόπιν να υποκαταστήσουν και να μειώσουν τις εξωτερικές εισροές (λιπάσματα, φυτοφάρμακα κ.ο.κ.), ενώ για να καταστεί πραγματικά βιώσιμο το σύστημα απαιτείται τελικά ριζική και κλιμακούμενη αλλαγή με την εμπλοκή και άλλων, όπως καταναλωτές, επιστήμονες, κέντρα λήψεως αποφάσεων. Αυτή η ριζική προσέγγιση δεν είναι πολυτέλεια ή ουτοπία, είναι απολύτως απαραίτητη. Χαρακτηριστικά, υπάρχουν πολλά παραδείγματα «δύσκολων» καλλιεργειών, όπως η παραγωγή φράουλας σε μέρη σαν την Καλιφόρνια των ΗΠΑ, που χαρακτηρίζονται από εντατικές εκμεταλλεύσεις. Εκεί σε μερικά χρόνια η συμβατική, εντατική καλλιέργεια μεταμορφώθηκε σε ένα πραγματικό ποικιλόμορφο οικοσύστημα, με βιώσιμη παραγωγή και κερδοφορία για τους παραγωγούς, με άμεση εμπλοκή των γεωτεχνικών επιστημόνων και τοπικών πανεπιστημίων και ελαχιστοποιημένη επίπτωση στο περιβάλλον.

Τώρα, η ευρύτερη υιοθέτηση αγροοικολογικών αρχών έρχεται σίγουρα αντιμέτωπη με πολλά τεχνικά, οικονομικά και πολιτικά εμπόδια καθώς προϋποθέτει μια συστημική αλλαγή και όχι απλά υιοθέτηση μερικών καλλιεργητικών τεχνικών. Αυτό συμβαίνει μεταξύ άλλων γιατί από τη μια απαιτεί από τους παραγωγούς να πάρουν πολύ περισσότερο τα πράγματα στα χέρια τους, να μάθουν πώς δουλεύει το «σύστημα», το αγροοικοσύστημα δηλαδή, και εντέλει να συνεργαστούν, τόσο μεταξύ τους όσο και με επιστήμονες, καταναλωτές, κάτι που είναι και το πιο δύσκολο για τα ελληνικά δεδομένα. Ωστόσο, οι συνέργειες είναι μονόδρομος αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που έρχονται. Από την άλλη η προσέγγιση της αγροοικολογίας σίγουρα έρχεται σε αντίθεση με προτεραιότητες και ιδεολογίες ιδιαίτερα στο πλαίσιο της λεγόμενης βιομηχανικής γεωργίας, καθώς δεν θέλει τους παραγωγούς εξαρτημένους πελάτες σκευασμάτων αλλά αυτόνομους γνώστες της δουλειάς τους και συνειδητοποιημένους περιβαλλοντικά. Για να ξεπεραστούν τα εμπόδια, αυτό που σίγουρα χρειάζεται είναι η παροχή κατάλληλων κοινωνικών και οικονομικών κινήτρων στους παραγωγούς, η θέσπιση ειδικών προϋποθέσεων στην αγορά, καθώς και η στήριξη της αγροοικολογικής έρευνας και εκπαίδευσης».

Μια εκ των πρωτοπόρων αγορών που έχει θεσμοθετήσει την υιοθέτηση αγροοικολογικών αρχών στον αγροτικό τομέα είναι η Γαλλία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τον Αύγουστο του 2020 το ίδρυμα France Strategie (σ.σ.: αυτόνομο ίδρυμα που βρίσκεται υπό τον πρωθυπουργό και συμβάλλει στη δημόσια δράση μέσω των αναλύσεων και των προτάσεών του) δημοσιοποίησε μια μελέτη που υπογράφουν οι Alice Gremillet και Julien Fosse, σύμφωνα με την οποία η αγροοικολογία είναι επικερδές μοντέλο παραγωγής.

Μετασχηματισμός και ευρωπαϊκή διατροφική επάρκεια

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Guillaume Cros (φωτογραφία) (FR/Πράσινοι), εισηγητής σχεδίου γνωμοδότησηςμε θέμα την αγροοικολογία, προκρίνει ποσοτικοποιημένους και δεσμευτικούς ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικούς στόχους για τα κράτη μέλη της Ε.Ε., καθώς και τη διάθεση ποσοστού τουλάχιστον 30% των εθνικών κονδυλίων σε οικολογικούς μηχανισμούς. Στο πλαίσιο της επόμενης Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), ο αντιπρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Οξιτανίας-Πυρηναίων-Μεσογείου στον επίσημο ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών (co.europa.eu) τοποθετείται σχετικά με αυτήν την περιβαλλοντική και κοινωνική προσέγγιση που αφορά μια γεωργία μέσα στη φύση και όχι εναντίον της.

Ειδικότερα, για το πεδίο της επισιτιστικής ασφάλειας αναφέρει ότι «η επισιτιστική ασφάλεια χρησιμοποιείται συχνά ως επιχείρημα κατά της αγροοικολογίας, αλλά οι πρόσφατες εργασίες του ινστιτούτου IDDRI (Ινστιτούτο Βιώσιμης Ανάπτυξης και Διεθνών Σχέσεων) καταδεικνύουν ότι είναι δυνατό να τραφεί ολόκληρος ο ευρωπαϊκός πληθυσμός με ορίζοντα το 2050 χάρη σε έναν προοδευτικό αγροοικολογικό μετασχηματισμό που θα ενσωματώνει την κτηνοτροφία, τις καλλιέργειες και τη δασοκομία, με στόχο μηδενικέςανθρακούχες εκπομπές. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η έκθεση του ΟΗΕ που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2011 κατέδειξε επίσης ότι οι μικροκαλλιεργητές θα μπορούσαν, σε μία μόλις δεκαετία, να διπλασιάσουν την παραγωγή τροφίμων σε ευάλωτες περιοχές χρησιμοποιώντας οικολογικές μεθόδους παραγωγής. Ενώ η κρίση λόγω της πανδημίας Covid-19 έφερε στο φως τις αδυναμίες του παγκοσμιοποιημένου συστήματός μας στον τομέα της γεωργίας και των τροφίμων, η αγροοικολογία -η οποία συμβαδίζει με την ανάπτυξη «τοπικών συστημάτων παραγωγής τροφίμων»- πρέπει να επιτρέψει στην Ευρώπη να εξασφαλίσει τον επισιτιστικό εφοδιασμό της, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, με παράλληλη διατήρηση των συντελεστών παραγωγής μας που είναι τα εδάφη μας, οι υδάτινοι πόροι μας και η βιοποικιλότητά μας».

Η στήριξη της αγροοικολογίας εν όψει της νέας ΚΑΠ

Στο πλαίσιο της προσπάθειας προώθησης μιας «πράσινης» ΚΑΠ τη νέα προγραμματική περίοδο ο Guillaume Cros αναφέρει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τους στόχους της σχετικά με το κλίμα, την Πράσινη Συμφωνία, τη στρατηγική “από το αγρόκτημα στο πιάτο” και τη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα, έθεσε περιβαλλοντικούς και κλιματικούς στόχους που απαιτούν συστημικό μετασχηματισμό των μεθόδων γεωργικής παραγωγής και των συστημάτων τροφίμων. Η αγροοικολογία ανταποκρίνεται στους συγκεκριμένους στόχους και ταυτόχρονα βελτιώνει την κερδοφορία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (όπως επισημαίνεται στο επεξηγηματικό σημείωμα της γαλλικής κυβέρνησης, του Αυγούστου 2020, σχετικά με τις οικονομικές και τις περιβαλλοντικές επιδόσεις της αγροοικολογίας). Επομένως, η μελλοντική ΚΑΠ που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση πρέπει να στηρίξει αυτήν την αναγκαία μετάβαση από τη γεωργία προς την αγροοικολογία.

Προς το σκοπό αυτό» επισημαίνει ο Guillaume Cros «προτείνω ειδικότερα να συμπεριληφθούν στον κανονισμό για τα εθνικά στρατηγικά σχέδια ποσοτικοποιημένοι και δεσμευτικοί για τα κράτη μέλη κοινοί ευρωπαϊκοί περιβαλλοντικοί στόχοι, να διατεθεί ποσοστό τουλάχιστον 30% των εθνικών κονδυλίων σε οικολογικούς μηχανισμούς και να τεθεί ως προϋπόθεση για τη στήριξη των επενδύσεων στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις η διενέργεια περιβαλλοντικού ελέγχου. Εκτός των εν λόγω κανονιστικών υποχρεώσεων, χρειάζεται να παρασχεθεί μεθοδολογική υποστήριξη στους περιφερειακούς φορείς προκειμένου να ενθαρρυνθεί η συνεκτίμηση του αγροοικολογικού έργου κατά την ενεργοποίηση των διαφόρων εθελοντικών μέτρων της ΚΑΠ».

Ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και απασχόλησης

Ερωτηθείς για το πώς μπορεί η αγροοικολογία να βοηθήσει ώστε να παραμείνει ζωντανός ο αγροτικός ιστός και να προαχθεί η εδαφική συνοχή ο ίδιος αναφέρει ότι «η αγροοικολογία συμβαδίζει με μια διατροφή περισσότερο βασισμένη σε τοπικά προϊόντα που ωφελεί συνεπώς κάθε τόπο. Προτείνω, επιπλέον, τη μείωση του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) για τα βιολογικά και τα τοπικά προϊόντα, ένα δελτίο “ντόπιο” γεύματος γι’ αυτά τα ίδια προϊόντα, καθώς και ένα σημαντικό ποσοστό βιολογικών, τοπικών και εποχιακών προϊόντων στη μαζική εστίαση. Τα μέτρα αυτά θα ενθαρρύνουν την ανάπτυξη αγροοικολογικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων και βιοτεχνικών εργαστηρίων μεταποίησης σε όλες τις περιοχές, προς βέβαιο όφελος της απασχόλησης στην ύπαιθρο. Επιπλέον, η αγροοικολογία, η οποία απαιτεί λιγότερα κεφάλαια (μηχανοποίηση, συντελεστές παραγωγής, γεωργικές εκτάσεις κ.λπ.), θα μπορούσε να ανακόψει την εξαφάνιση της παραδοσιακής γεωργίας στις χώρες όπου παραμένει σημαντική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα παρέχει σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. τη δυνατότητα να τονώσουν τη γεωργία και την αγροτική ζωή που έχουν θετικό κοινωνικό και περιβαλλοντικό αντίκτυπο».

 

Χρησιμοποιήστε τα πλήκτρα ← → για να πλοηγηθείτε
διαβάστε επίσης

    ΑΦΙΕΡΩΜΑ Αγροτική Οικονομία