Skip to main content

Χρειάζονται περισσότερες φοροελαφρύνσεις

Του Ιωάννη Μασούτη*

Στην πρώτη φάση της η υγειονομική κρίση δοκίμασε τις αντοχές μας σε κάθε επίπεδο, ατομικό, οικογενειακό, εργασιακό, επαγγελματικό, αλλά και τις αντοχές του κράτους μας και των δομών του. Η αντίδρασή μας στο ξέσπασμα της πανδημίας απέδειξε περίτρανα τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας και την ετοιμότητά της να αντιμετωπίσει πολύ δύσκολες και απρόοπτες καταστάσεις. Οι ενέργειες της κυβέρνησης ήταν άμεσες όσον αφορά τόσο την υγειονομική διάσταση όσο και την άμεση στήριξη των πληττόμενων επιχειρήσεων και εργαζομένων σ’ αυτές. Δυστυχώς, ο υγειονομικός κίνδυνος δεν πέρασε ακόμη και με το σταδιακό άνοιγμα της οικονομίας και των συνόρων αυτό έγινε αισθητό.

Τώρα που βρισκόμαστε στη 2η φάση, ήρθαμε αντιμέτωποι με τις σοβαρές οικονομικές συνέπειες της κρίσης, η οποία άλλαξε καταναλωτικές συνήθειες, καθώς έφερε ανασφάλεια, αβεβαιότητα, ακόμη και φόβο, στοιχεία που επηρεάζουν αρνητικά όχι μόνο την ιδιωτική κατανάλωση αλλά και τις επενδύσεις και έπληξε ιδιαίτερα σημαντικούς τομείς της οικονομίας μας όπως ο τουρισμός και όλο το πλέγμα των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με το τουριστικό προϊόν μας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ελληνική οικονομία θα πρέπει να μετασχηματιστεί. Χρειαζόμαστε επενδύσεις που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας και θα παρέχουν εισόδημα στις ελληνικές οικογένειες. Μπορούμε και πρέπει να ξαναγίνουμε παραγωγικοί.  Το μοντέλο που ακολουθήσαμε μέχρι σήμερα στηρίχθηκε σε μικρές μονάδες παραγωγής τόσο στον πρωτογενή όσο και στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα. Πρέπει, λοιπόν, να δοθούν κίνητρα για συγχωνεύσεις, προκειμένου να μεγαλώσει το μέσο μέγεθος της επιχείρησης και να εξασφαλιστούν οικονομίες κλίμακας. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τον ψηφιακό μετασχηματισμό του δημόσιου τομέα και την απλοποίηση των διαδικασιών, θα ανεβάσουν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών αγαθών και υπηρεσιών, κάτι που θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην αύξηση των ελληνικών εξαγώγιμων προϊόντων και υπηρεσιών.

Χρειάζεται λοιπόν ένας μετασχηματισμός και μια προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας στις σύγχρονες προκλήσεις που φέρνει η 4η βιομηχανική επανάσταση.

Πριν αναφερθούμε όμως στην επανεκκίνηση της οικονομίας και σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, θα πρέπει να δούμε την υφιστάμενη κατάσταση κάτω από τις σημερινές συνθήκες όπως αυτές διαμορφώθηκαν με την πανδημία. Χρειάζεται άμεση στήριξη των υφισταμένων επιχειρήσεων, στήριξη της εργασίας και στήριξη της ιδιωτικής κατανάλωσης. Προς αυτές τις τρεις κατευθύνσεις θα πρέπει να στοχεύουν οι βραχυπρόθεσμες δράσεις της κυβέρνησης.

Αναφορικά με την ιδιωτική κατανάλωση, πρόσφατη έρευνα του ΕΒΕΘ που πραγματοποιήθηκε την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου κατέδειξε ότι οι καταναλωτές, σε ποσοστό που φθάνει ακόμη και το 31% -ανάλογα με την κατηγορία προϊόντων- προβλέπουν ότι στο επόμενο χρονικό διάστημα θα μειώσουν τις αγορές τους σε σχέση με την προ της πανδημίας περίοδο, ενώ μόνο στην κατηγορία των τροφίμων και των ειδών πρώτης ανάγκης φαίνεται ότι δεν θα υπάρξει επιδείνωση της κατανάλωσης στο επόμενο διάστημα. Το ανησυχητικό όμως είναι ότι, μέσα στο καλοκαίρι, επανέρχεται η ανησυχία για την υγεία, αποτυπώνεται η χαλάρωση στη συμπεριφορά των πολιτών και στην εφαρμογή από πλευράς τους των μέτρων προστασίας.

Τέλος, σύμφωνα πάντα με τις δηλώσεις των ερωτηθέντων, η επαναφορά στην κανονικότητα φαίνεται ότι θα αργήσει ίσως και για έναν ακόμη χρόνο.

Είναι συνεπώς προφανής μια αισθητή μείωση της κατανάλωσης.

Το κλείσιμο της αγοράς λόγω της καραντίνας και η μειωμένη ζήτηση, ακόμη και μετά το άνοιγμα των καταστημάτων, δημιούργησαν στις επιχειρήσεις σοβαρότατο πρόβλημα ρευστότητας που απειλεί ακόμη και την επιβίωσή τους. Αυτό είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα της αγοράς τη στιγμή αυτή.

Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις καλούνται να λύσουν ένα πρόβλημα που δεν έχει λύση… Οι υποχρεώσεις τρέχουν, οι τζίροι έχουν μειωθεί σημαντικά και η ρευστότητα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη.

Ομοίως και δεύτερη πρόσφατη έρευνα του ΕΒΕΘ (Αύγουστος 2020) σε επιχειρήσεις κατέδειξε ότι  αυτές είναι, σε ποσοστό 90%, πολύ ή αρκετά αρνητικά επηρεασμένες από την κρίση της πανδημίας δηλώνοντας μέση μείωση τζίρου της τάξης του 43%. Μόνο το 6% αναμένει επιστροφή σε κανονικό επίπεδο λειτουργίας εντός του 2020, το 41% εντός του 2021 και το 35% μετά το 2020, ενώ υπάρχει και ένα ποσοστό της τάξης του 3% που εκτιμά πως η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα επιτευχθεί ποτέ. Είναι λοιπόν προφανές ότι χρειάζονται άμεσα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας.

Για το πρόβλημα της ρευστότητας όμως, από τρίτη έρευνα που έκανε το ΕΒΕΘ στις επιχειρήσεις μέλη του, προέκυψε ότι το 33% των ερωτηθέντων έχει αιτηθεί δάνειο με την εγγύηση του Ταμείου Εγγυοδοσίας Επιχειρήσεων COVID-19. Από αυτούς εξασφάλισε έγκριση μόλις το 31% και από αυτούς μόνο το 45% έχει λάβει το αιτηθέν δάνειο.

Συμπερασματικά, τα μέτρα στήριξης, τελικά δεν έφεραν τα αποτελέσματα που ανέμενε η κυβέρνηση.

Χρειάζονται περισσότερες φοροελαφρύνσεις και αναφέρομαι τόσο στον ΦΠΑ όσο και σε εταιρικό ΕΝΦΙΑ, αλλά και άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις. Πρέπει να επιταχυνθεί η εξόφληση των υποχρεώσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα προς τον ιδιωτικό και να δοθούν κίνητρα για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Θα πρέπει να επεκταθεί μέχρι τέλους του έτους το μέτρο της καταβολής μειωμένου ενοικίου στις επαγγελματικές μισθώσεις και το μέτρο της επιστρεπτέας προκαταβολής. Τέλος, θα πρέπει να επανέλθει η ρύθμιση των 120 δόσεων.

Όσο δεν παρέχεται η απαραίτητη ρευστότητα για την κάλυψη προηγούμενων υποχρεώσεων και την αντισταθμιστική στήριξη των επιχειρήσεων και δεν στηρίζεται η κατανάλωση, η κατάσταση θα χειροτερεύει και φοβάμαι ότι θα δούμε σύντομα κλείσιμο επιχειρήσεωνκαι αύξηση της ανεργίας. Είναι συνεπώς απαραίτητο οι αναγκαίες πρωτοβουλίες να ληφθούν άμεσα.