Skip to main content

Η απασχόληση στο λιανεμπόριο ακολουθεί τις τάσεις της αγοράς

Της Σοφίας Εμμανουήλ
[email protected]

Αν και οι αποδοχές και παροχές των στελεχών που απασχολούνται στον κλάδο του λιανεμπορίου ακολουθούν τις τάσεις της αγοράς, ο κλάδος διαφοροποιείται από την υπόλοιπη αγορά ως προς τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται στις χαμηλές ιεραρχικές βαθμίδες, καθώς έχουν τη μερίδια του λέοντος στο σύνολο του ανθρώπινου δυναμικού, ενώ την ίδια στιγμή αίσθηση προκαλούν τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία, που δείχνουν δραματική πτώση της παραγωγικότητας την τελευταία δεκαετία (2008-2018).

Ειδικότερα, έρευνα αποδοχών και παροχών της KPMG, η οποία διεξάγεται φέτος για εικοστή πέμπτη συνεχή χρονιά σε συνεργασία με ελληνικές και πολυεθνικές επιχειρήσεις του λιανεμπορίου, δείχνει ότι ο μέσος ρυθμός οικειοθελών αποχωρήσεων (turnover) διαμορφώνεται σε 9,4%. Επίσης, οι 9 στους 10 εργαζομένους που αποχωρούν, συνεχίζουν την καριέρα τους εντός Ελλάδος. Τα στοιχεία, που αξιοποιούνται από managers με άμεση ή έμμεση εμπλοκή στα θέματα ανθρώπινου δυναμικού, για την αντικειμενική αξιολόγηση του υφιστάμενου συστήματος αποδοχών και παροχών αλλά και για τον καθορισμό των ετήσιων αυξήσεων, δείχνουν ότι το 50% του δείγματος προχώρησε σε επιλεκτικές αυξήσεις το 2018, και μόνο το 14% έδωσε αυξήσεις στο σύνολο των εργαζομένων. Η μέση αύξηση για το σύνολο του δείγματος ήταν 1,4%, στο ίδιο επίπεδο περίπου με το σύνολο της αγοράς. 

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, οι προβλέψεις αυξήσεων για το 2019 κινούνται κατά μέσο όρο στο 1,8%, ενώ για το σύνολο της αγοράς η πρόβλεψη είναι 2,0%. Ακόμη, 9 στις 10 εταιρείες παρέχουν μεταβλητές αποδοχές σε τουλάχιστον μία κατηγορία εργαζομένων και το ποσό που αποδόθηκε ως bonus απόδοσης για τα αποτελέσματα της προηγούμενης χρονιάς ανήλθε κατά μέσο όρο στο 2,4% των συνολικών ετήσιων βασικών αποδοχών, σαφώς μικρότερο από το αντίστοιχο ποσοστό που παρατηρήθηκε για το σύνολο της αγοράς.

Tι φανερώνει η έρευνα αποδοχών και παροχών της KPMG

Τα στοιχεία της KPMG δείχνουν επίσης ότι σχεδόν 6 στις 10 εταιρείες (57%) παρέχουν ιδιωτικό πρόγραμμα συνταξιοδότησης σε τουλάχιστον μία κατηγορία εργαζομένων και κυρίως σε υψηλόβαθμα στελέχη. Ειδικότερα, 9 στις 10 εταιρείες των συμμετεχόντων στην έρευνα εταιρειών παρέχουν ιδιωτικό πρόγραμμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους εργαζομένους και η πλειοψηφία αυτών (8 στις 10) καλύπτει και οικογενειακά μέλη (οι περισσότερες με συμμετοχή των εργαζομένων). Η μέση ετήσια δαπάνη για εκπαιδευτικά προγράμματα ανέρχεται στα 73 ευρώ ανά εργαζόμενο, σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με την αγορά.

Σχολιάζοντας τα στοιχεία της μελέτης, η Βερώνη Παπατζήμου, Γενική Διευθύντρια της KPMG, δήλωσε ότι ο κλάδος του λιανεμπορίου τα τελευταία χρόνια έχει καταβάλει μεγάλη προσπάθεια ώστε να είναι ανταγωνιστικός σε θέματα αποδοχών και παροχών σε σχέση με την αγορά και σε μεγάλο βαθμό τα έχει καταφέρει. Προσθέτει δε ότι οι όποιες αποκλίσεις παρουσιάζονται στα στοιχεία και συγκεκριμένα στις μέσες τιμές μεταβλητών αποδοχών και παροχών προκύπτουν από τον μεγάλο αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί στις χαμηλές ιεραρχικές βαθμίδες ο συγκεκριμένος κλάδος. Σύμφωνα με την κ. Παπατζήμου, οι αποδοχές και παροχές του στελεχιακού δυναμικού ακολουθούν τις τάσεις της αγοράς.

Για τον τομέα του λιανεμπορίου θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε ως ενδεικτική τη μεγάλη μείωση που εμφανίζει, μεταξύ των κλάδων υπηρεσιών, στη διάρθρωση της παραγωγής την περίοδο 2008-2018 (-1,6%), ενώ σημαντικά είναι και τα στοιχεία για τη μεταβολή της παραγωγικότητας σε βασικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας (2008-2018) όπου ο τομέας του εμπορίου (που μετράται από τους ερευνητές του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ μαζί με τις μεταφορές, τα καταλύματα και την εστίαση) εμφανίζει πτώση 26,91% στο συγκεκριμένο διάστημα. 

Ειδικής αναφοράς χρήζει το λιανεμπόριο τροφίμων, όπου εμφανίζεται νέα αύξηση της απασχόλησης (+1,4%) και το 2018 με κύριο πυλώνα τα supermarkets. Στοιχεία της Ελλ.Στατ., που έχει επεξεργαστεί το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), δείχνουν ότι 3.000 νέες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν στον κλάδο το 2018 και πλέον οι άμεσα απασχολούμενοι στο λιανεμπόριο τροφίμων φτάνουν τους 210.000. Επίσης 8 στους 10 καταναλωτές έχουν προσωπική σχέση με το προσωπικό των καταστημάτων, που αναβαθμίζει την εμπιστοσύνη τους προς το λιανεμπόριο τροφίμων.

Η ανάλυση της απασχόλησης στο λιανεμπόριο τροφίμων με βάση τα στοιχεία της Ελλ.Στατ. οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το λιανεμπόριο τροφίμων εν μέσω της έντονης οικονομικής ύφεσης αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς κλάδους της οικονομίας σε σχέση με τη διατήρηση και την αύξηση της απασχόλησης στην Ελλάδα τη δεκαετία του 2010-2020. Συγκεκριμένα, την περίοδο 2010-2018 το λιανεμπόριο τροφίμων παρουσιάζει αύξηση της απασχόλησης κατά 12,3%, σε αντίθεση με το σύνολο του λιανικού εμπορίου το οποίο παρουσιάζει μείωση κατά 1,5% και συνολικά με την ελληνική οικονομία η οποία παρουσιάζει μείωση κατά 12,8%. Πρακτικά το λιανεμπόριο τροφίμων το 2018 απασχολούσε σχεδόν 25 χιλ. περισσότερους εργαζόμενους συγκριτικά με το 2010, πλησιάζοντας τις 210 χιλ. άμεσα απασχολούμενους. Ειδικά το 2018 το λιανεμπόριο τροφίμων αύξησε την απασχόληση κατά 1,4% σε σχέση με το 2017, δηλαδή κατά 2,8 χιλ. εργαζομένους και συνολικά το λιανικό εμπόριο παρουσιάζει επίσης αυξητική τάση το 2018, με άνοδο κατά 0,9% σε σχέση με το 2017.

30% του λιανικού και χονδρικού εμπορίου

Εξαιτίας της αύξησης που παρουσιάζει την τελευταία 6ετία το λιανεμπόριο τροφίμων και της ταυτόχρονης μείωσης των άλλων εμπορικών κλάδων, πλέον η απασχόληση του λιανεμπορίου τροφίμων αντιπροσωπεύει σχεδόν το 30% συνολικά του λιανικού και χονδρικού εμπορίου, έχοντας σημαντικά μεγαλύτερες πωλήσεις μάλιστα από το λοιπό λιανεμπόριο. Σημειώνεται ότι το λιανεμπόριο τροφίμων το 2018 αντιπροσωπεύει πάνω από το 5% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα, ξεπερνώντας κλάδους όπως είναι οι κατασκευές, οι τράπεζες, οι μεταφορές και η υγεία.

Η αύξηση αυτή της απασχόλησης στο λιανεμπόριο τροφίμων είναι αποτέλεσμα σειράς παραγόντων, όπως μεταξύ άλλων οι εξαγορές και συγχωνεύσεις που οδήγησαν τις νέες μεγαλύτερες εταιρείες να προβούν σε προσλήψεις προσωπικού, τις οποίες δεν ήταν εφικτό να κάνουν τα μικρότερα σχήματα. Παράλληλα στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αποχώρησης επιχειρήσεων από την αγορά, τα καταστήματα των εταιρειών δεν έκλεισαν, αλλά συνέχισαν να λειτουργούν υπό νέες διοικήσεις. Ένας άλλος παράγοντας έχει να κάνει με την ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων στον κλάδο, είτε σε νέα κανάλια πώλησης όπως π.χ. τα ηλεκτρονικά supermarkets είτε σε εξειδικευμένα κανάλια όπως π.χ. delicatessen, εξειδικευμένα καταστήματα με ελληνικά προϊόντα, παραδοσιακά καταστήματα με τουριστικό χαρακτήρα κ.ά. 

Εν κατακλείδι, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή και οι αλλαγές στο περιβάλλον εργασίας που προοιωνίζονται οι νέες τεχνολογίες, συνδέονται με μεγάλες προκλήσεις για το ανθρώπινο δυναμικό που απασχολείται στο λιανεμπόριο. Η ανάγκη συνεχούς εκπαίδευσης, επανεκπαίδευσης και ανάπτυξης δεξιοτήτων είναι επιτακτική και η επένδυση προς αυτή την κατεύθυνση αναμένεται, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, να προσδώσει στις επιχειρήσεις υπεραξία και υπεροχή στον ανταγωνισμό. 

Εξάλλου, η ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού ευνοεί την παραγωγικότητα και είναι βασική προϋπόθεση για την οικονομική απόδοση και τη βιώσιμη ανάπτυξη κάθε επιχείρησης, αφού μεταξύ άλλων συνδέεται με την ικανοποίηση των πελατών της.