Skip to main content

Η χώρα χρειάζεται περισσότερα έργα και λιγότερα λόγια

Του Νίκου Ροδόπουλου*

Η σημαντική συνεισφορά των εξαγωγών στην εθνική οικονομία είναι μια αδιαμφισβήτητη παράμετρος προόδου και ανάπτυξης. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος οικονομολόγος ή ειδήμονας, για να διαπιστώσει ότι το «φρέσκο» χρήμα από την εισροή συναλλάγματος μειώνει το αρνητικό ισοζύγιο, το οποίο με τη σειρά του αναδεικνύει την τραυματική υστέρηση του τομέα της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής.

Ιδιαίτερα μετά την υγειονομική κρίση του Covid-19 αναδείχθηκε επιπλέον η επικινδυνότητα της υπερ-εξάρτησης από τις «οικονομίες κόστους», με αποτέλεσμα πρώτες ύλες, ανταλλακτικά και έτοιμα προϊόντα να εισάγονται από μονοδιάστατα γεωγραφικά σημεία.Αυτή η υπερ-εξάρτηση δημιούργησε σοβαρές αναταράξεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και απείλησε τη βιωσιμότητα οικονομιών και κοινωνιών σε παγκόσμιο επίπεδο, χωρίς ακόμα και σήμερα να έχει ξεπεραστεί ο κίνδυνος.

Τα τελευταία χρόνια είναι της μόδας να μιλάμε για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Οι εκάστοτε κυβερνήσεις, με διαφορετική προοπτική η κάθε μία, δίνουν έμφαση στη δημιουργία εγχώριας παραγωγικής ύλης. Η ουσία είναι ότι χρειαζόμαστε περισσότερα φουγάρα και λιγότερα γραπτά. Θα πρέπει να δώσουμε τέλος στα μεγάλα αφηγήματα και τα φαραωνικά σχέδια και να στρέψουμε την προσοχή μας στην πραγματική οικονομία, την οικονομία της παραγωγής και της μεταποίησης. Μόνο έτσι μπορούν οι κοινωνίες να αποκτήσουν «οικονομίες επάρκειας» και να δημιουργηθεί μια Ελλάδα της εξωστρέφειας και της προόδου.

Σε αυτό το πλαίσιο η Ευρώπη μιλάει πλέον για «στρατηγική αυτονομία», για μείωση των προμηθευτών από τρίτες χώρες και την τροποποίηση του μοντέλου «one belt – one road» για τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Όμως ταυτόχρονα πρέπει να δοθεί έμφαση στις επενδύσεις, οι οποίες μπορούν -και πρέπει- να «επαναπατρίσουν» την ευρωπαϊκή βιομηχανία στην Ευρώπη.

Τι χρειάζεται, η βιομηχανία και η μεταποίηση για περαιτερω ανάπτυξη; Τι χρειάζεται για να αυξηθούν οι εξαγωγές και να αποκτήσουμε μια αυτόνομη και επαρκή οικονομία;

Η απάντηση είναι αυτονόητη. Χρειάζεται ένα νέο Ευρωπαϊκό Σχέδιο Μάρσαλ. Ένα σχέδιο που θα προστατεύσει τα πάγια περιουσιακά στοιχεία της Ευρώπης και θα τα στρέψει προς μία «παραγωγή» στηριζόμενη στις «οικονομίες επάρκειας» και θα πρόσθετα στις «οικονομίες ποιότητας και αξίας». Παρότι αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί ή να παραφραστεί σε ένα νέο είδος προστατευτισμού, στην ουσία αποτελεί μια νέα πρωτοβουλία ώστε η Ευρώπη και κατά επέκταση και η Ελλάδα να δημιουργήσουν νέες αλυσίδες αξίας προς όφελος των οικονομιών και των κοινωνιών τους. Ιδιαίτερα για τη χώρα μας, μετά από μια μακρόχρονη οικονομική κρίση και μεσούσης μιας νέας κρίσης που προέρχεται κυρίως από απρόβλεπτους υγειονομικούς παράγοντες, η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και η προστασία της εθνικής επιχειρηματικότητας, είναι όχι μόνο κάτι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί αλλά και πατριωτικό.

Η Ελλάδα αποτελεί ένα σημαντικό διαμετακομιστικό κόμβο για τις διεθνείς εμπορευματικές ροές. Αυτό της προσδίδει αδιαμφισβήτητο ρόλο στη διαμόρφωση των νέων δικτύων με στόχο τον μετασχηματισμό των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων. Ταυτόχρονα η Ελλάδα ως ώριμη δημοκρατία αποτελεί παράγοντα σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Παρ’ όλες τις δυσκολίες που σήμερα εμφανίζονται με τη γείτονα χώρα Τουρκία, το πλεονέκτημα της αναγκαίας εμπλοκής μας στη σταθερότητα της περιοχής δεν μπορεί -και δεν πρέπει- να αγνοηθεί από οποιαδήποτε «μεγάλη δύναμη», αλλά και τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εάν, σε αυτό το πολύπλοκο πλαίσιο μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε ότι η σημερινή υγειονομική – οικονομική κρίση, αποτελεί κορυφαία ευκαιρία αναβάθμισης του ρόλου μας, τόσο στις εφοδιαστικές αλυσίδες, όσο και στην παραγωγή και ενέργεια, τότε τα επόμενα χρόνια θα αποκτήσουν μια δυναμική εισόδου σε μια περίοδο ευημερίας και ανάπτυξης.

Για να μπορέσουν όλα αυτά να συμβούν χρειάζεται πολύ σκληρή, σοβαρή και ώριμη δουλειά επιδιόρθωσης και αναδιάρθρωσης όλων των παθογενειών που ταλανίζουν τη χώρα μας -τουλάχιστον- από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Η αναρχία στη δόμηση, η πολυπλοκότητα και πολυδιάσπαση των νομοθετημάτων για «απλές» -σε άλλες ευρωπαϊκές χώρεςδιαδικασίες όπως οι αδειοδοτήσεις επιχειρήσεων, η υπερ-εξάρτηση από ένα δύσκαμπτο Δημόσιο, η έλλειψη ψηφιοποίησης και ψηφιακού μετασχηματισμού, η ύπαρξη «θεματοφυλάκων» και «προπύργιων» βαθιάς γραφειοκρατίας και πολλά άλλα αποτελούν παράγοντες επικίνδυνης στασιμότητας.

Η εποχή που διανύουμε ανέδειξε την αξία των ειδικών και την σπουδαιότητα της ηγεσίας. Όπως είπε ο καθηγητής και βουλευτής Επικρατείας Χρήστος Ταραντίλης, ζούμε ανάμεσα στην εποχή που το παλαιό έχει πεθάνει και το καινούργιο δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί. Σε αυτή την εποχή της ρευστότητας και μεταβλητότητας, η πατρίδα μας μπορεί να δημιουργήσει τις νέες βάσεις για ευμάρεια της οικονομίας και της κοινωνίας μας.