Skip to main content

Προκλήσεις και προοπτικές της ιδιωτικής ασφάλισης

Του Θεόδωρου Μητράκου

Επειτα από μία μακρά περίοδο σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής και την εφαρμογή τριών προγραμμάτων στήριξης με μεγάλο κοινωνικό κόστος, η χώρα μας αντιμετωπίζει την πρόκληση της επίτευξης σταθερής, ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς, βασισμένης σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο με άξονες την απασχόληση, τις νέες τεχνολογίες, την εξωστρέφεια, αλλά και την κοινωνική μέριμνα και συνοχή. Σε αυτή την αναπτυξιακή προσπάθεια σημαντικό ρόλο μπορεί να επιτελέσει και ο κλάδος της ιδιωτικής ασφάλισης. Η προσαρμοστικότητά του κατά την περίοδο της κρίσης, με την ενσωμάτωση χωρίς κλυδωνισμούς του νέου, ιδιαίτερα απαιτητικού, ευρωπαϊκού πλαισίου εποπτείας «Φερεγγυότητα ΙΙ», καθώς και η απόσταση που τον χωρίζει σε όρους καλύψεων και ασφαλιστικής δαπάνης από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών χωρών σηματοδοτούν τις δυνατότητες και τις προοπτικές του κλάδου. 

Οι δυνατότητες αυτές διαφαίνονται από τη σταδιακή ανάκαμψη που εμφανίζουν τα βασικά μεγέθη της παραγωγής του κλάδου, αλλά και το ενεργητικό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, το οποίο αυξήθηκε κατά 5,9% το 2017 σε ετήσια βάση και διαμορφώθηκε σε 16,9 δισ. ευρώ. Επιπλέον, σε ικανοποιητικό επίπεδο διαμορφώνεται η κεφαλαιακή επάρκεια των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, με τον Δείκτη Φερεγγυότητας (SCR ratio) να βρίσκεται στο 173% και τον Δείκτη Κάλυψης της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης (MCR ratio) περίπου στο 450%, δηλαδή σε επίπεδα πολύ υψηλότερα του απαιτούμενου εποπτικού ορίου (100%). Έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα όσον αφορά την ενίσχυση των συστημάτων εταιρικής διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων των ασφαλιστικών εταιρειών, ενώ περνάμε σταδιακά από ένα παραδοσιακό και οικογενειακό μοντέλο διοίκησης σε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό πλαίσιο λειτουργίας τους. 

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο κλάδος της ιδιωτικής ασφάλισης τα δύο τελευταία έτη παρουσίασε αξιόλογη δυναμική. Πρόσφατα μάλιστα είχαμε θετικές εξελίξεις σε δύο χρονίζοντα προβλήματα για την ασφαλιστική αγορά. Δημιουργήθηκε το ενιαίο μητρώο ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και μπορούν πλέον οι καταναλωτές να επαληθεύουν ότι ο επαγγελματίας με τον οποίο έρχονται σε επαφή προκειμένου να αγοράσουν ένα ασφαλιστικό προϊόν είναι νόμιμα εγγεγραμμένος στα μητρώα των Επιμελητηρίων, πλήρως πιστοποιημένος και κατά συνέπεια ασκεί τη δραστηριότητα της διαμεσολάβησης σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Επιπλέον, καθιερώθηκε μηχανισμός για τον εντοπισμό των ανασφάλιστων οχημάτων, που θα συμβάλει στη άμβλυνση του φαινομένου και στον περιορισμό των κινδύνων της αγοράς. Έχουν επίσης ενταθεί τους τελευταίους μήνες οι προσπάθειες των συμμετεχόντων στην αγορά για την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα του επικουρικού κεφαλαίου και της αποζημίωσης των πρώην ασφαλισμένων σε εταιρείες που τελούν υπό εκκαθάριση.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις, οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες, καθώς και το γενικότερο οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον θα συνεχίσουν να αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που θα διαμορφώνουν την ασφαλιστική αγορά τα επόμενα χρόνια. Η αναπτυξιακή πορεία της ασφαλιστικής αγοράς απαιτεί την κοινή προσπάθεια όλων μας για την ενθάρρυνση της καινοτομίας και του υγιούς ανταγωνισμού, την προστασία των καταναλωτών και την ενίσχυση της αξιοπιστίας της. Η μεγάλη πρόκληση για τον κλάδο είναι η καλλιέργεια ασφαλιστικής συνείδησης και η περαιτέρω ανάπτυξη των ασφαλιστικών εργασιών σε όλους τους κλάδους (ζωής, υγείας και γενικών ασφαλειών). Στην κατεύθυνση αυτή θα συμβάλει η ενίσχυση της προστασίας του καταναλωτή, με έμφαση στη διαφάνεια και τη σωστή ενημέρωση κατά την προώθηση ασφαλιστικών προϊόντων, όπως εξάλλου επιτάσσει η πρόσφατη κοινοτική νομοθεσία με τον Κανονισμό για τα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα που απευθύνονται σε ιδιώτες επενδυτές (Packaged Retail and Insurance-based Investment Products – PRIIPs), καθώς και με την Οδηγία για τα δίκτυα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων (Insurance Distribution Directive – IDD).

Η καλλιέργεια ασφαλιστικής συνείδησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμπιστοσύνη των καταναλωτών προς την ασφαλιστική αγορά. Οι καταναλωτές, δικαίως, έχουν γίνει πιο απαιτητικοί και αποζητούν ταχύτερη εξυπηρέτηση, αποτελεσματική επικοινωνία με την ασφαλιστική επιχείρηση και εξατομικευμένα ασφαλιστικά προϊόντα, προσαρμοσμένα στις ανάγκες τους. Στο πλαίσιο αυτό, προσπάθειες όπως η παρούσα ειδική έκδοση συμβάλλουν θετικά στη συνεχή και σωστή ενημέρωση των καταναλωτών τόσο για τα προϊόντα ασφάλισης, που συνεχώς αλλάζουν και εκσυγχρονίζονται, όσο και για την αναγκαιότητα απόκτησης ασφαλιστικής κάλυψης έναντι πιθανών κινδύνων.

Είναι θετικό ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις προσαρμόζονται γρήγορα στις απαιτήσεις της νέας εποχής και έχουν κάνει βήματα στην κατεύθυνση της καλύτερης ενημέρωσης του ασφαλιστικού κοινού. Πράγματι, η εφαρμογή της IDD δεν αφήνει πολλά περιθώρια ολιγωρίας στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν εφεξής μεγάλη ευθύνη για τις πρακτικές προώθησης και πώλησης των προϊόντων τους και, γενικότερα, για τον τρόπο λειτουργίας της ασφαλιστικής αγοράς. Εισάγονται ρυθμίσεις που άπτονται ενός ευρύτατου φάσματος δράσεων, από τον σχεδιασμό των προϊόντων και την επιλογή των δικτύων διανομής μέχρι την παροχή συμβουλής, με απώτερο στόχο την αναβάθμιση της εξυπηρέτησης και την ικανοποίηση του καταναλωτή. 

Η επιχείρηση θα παρακολουθεί τη λειτουργία κάθε προϊόντος της σε όλο τον κύκλο της ζωής του, προκειμένου να αντιλαμβάνεται και να προλαμβάνει τον κίνδυνο ενδεχόμενης δυσαρέσκειας του πελάτη. Ουσιαστικά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργούν ως οιονεί προσωπικοί σύμβουλοι των πελατών στη διαχείριση των ασφαλιστικών τους κινδύνων και είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνες για τα προϊόντα τους, χωρίς να μπορούν να μεταθέσουν μέρος της ευθύνης τους, επικαλούμενες για παράδειγμα τις συμβάσεις που έχουν συνάψει με τους διανομείς των προϊόντων τους. 

Η προσαρμογή στις απαιτήσεις της νέας Οδηγίας για τα δίκτυα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων προϋποθέτει προφανώς την παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών τόσο από τις επιχειρήσεις όσο και από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές. Προϋποθέτει εκπαίδευση και συνεχή επανεκπαίδευση όλων των συμμετεχόντων στην αλυσίδα προώθησης των ασφαλιστικών προϊόντων, σε συνδυασμό με τις κατάλληλες οδηγίες και πληροφορίες τις οποίες θα πρέπει να τους δίνουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που παράγουν τα προϊόντα. Πάγιο μέλημα της εποπτικής αρχής είναι η βελτίωση του επιπέδου της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, που συνδέεται άμεσα με το επίπεδο των γνώσεων των διαμεσολαβητών για το νομικό πλαίσιο και τα νέα προϊόντα, αλλά και για το οικονομικό περιβάλλον και το προφίλ των καταναλωτών. Ανάλογα υψηλό επίπεδο γνώσεων θα απαιτηθεί και για την εφαρμογή και προώθηση του νέου, υπό διαμόρφωση, πανευρωπαϊκού προσωπικού συνταξιοδοτικού προϊόντος (Pan-European Personal Pension Product – ΡΕΡΡ), που με τυποποιημένα, κατά το δυνατόν, χαρακτηριστικά θα συνδυάζει επένδυση και ασφάλιση. 

Συνοψίζοντας, η ενίσχυση της φερεγγυότητας των επιχειρήσεων, η βελτίωση της ποιότητας της πληροφόρησης, η προστασία των καταναλωτών και γενικά η καλλιέργεια ασφαλιστικής συνείδησης μεταξύ των καταναλωτών και η περαιτέρω ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην ελληνική ασφαλιστική αγορά θα συμβάλουν σημαντικά στην περαιτέρω ανάπτυξη των ασφαλιστικών εργασιών, ώστε σταδιακά τα επόμενα έτη να συγκλίνουμε με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο όσον αφορά τις καλύψεις και την ασφαλιστική δαπάνη. Υπάρχουν σημαντικά περιθώρια ενίσχυσης της παραγωγής ασφαλίστρων τόσο στον τομέα της υγείας όσο και στον τομέα των φυσικών καταστροφών, όπου οι πρόσφατες εμπειρίες από τις φυσικές καταστροφές ανέδειξαν, δυστυχώς με επώδυνο τρόπο, την αναγκαιότητα της ασφαλιστικής κάλυψης σε κλάδους μη υποχρεωτικής ασφάλισης, όπως είναι οι ασφαλίσεις πυρός, πλημμύρας και σεισμού, ώστε να διευκολύνεται η αποκατάσταση των ζημιών και η επιστροφή στην κανονικότητα. Στη βάση της καλύτερης οικονομικής συγκυρίας και του δημοσιονομικού χώρου που εκτιμάται ότι θα δημιουργηθεί, θα μπορούσε ενδεχομένως να επανεξεταστεί η δυνατότητα παροχής κινήτρων για την ενίσχυση της χρήσης ασφαλιστικών προϊόντων εκ μέρους των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. 

Η αύξηση του ΑΕΠ επί έξι συνεχή τρίμηνα, που είναι το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την αρχή της κρίσης, και μάλιστα με ρυθμό 2,2% σε ετήσια βάση το α’ εξάμηνο του 2018, επιβεβαιώνει τη σταθερή ισχυροποίηση της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας έπειτα από τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και βαθιά ύφεση για μια παρατεταμένη περίοδο. Λαμβάνοντας υπόψη τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία και με βάση την πορεία πρόδρομων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας και εμπιστοσύνης, εκτιμάται ότι η ανάκαμψη που ξεκίνησε το 2017 θα συνεχιστεί με ταχύτερο ρυθμό το 2018 και το 2019. Οι θετικές εξελίξεις για την ελληνική οικονομία τα τελευταία τρίμηνα με τη βελτίωση στην αγορά εργασίας και τη σταδιακή αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, παρά τις πρόσφατες εξωγενείς αναταράξεις, είναι βέβαιο ότι θα διευκολύνουν ακόμη περισσότερο τη δυναμική ανάπτυξη της ασφαλιστικής αγοράς τα επόμενα έτη. Η Τράπεζα της Ελλάδος, από την πλευρά του επόπτη, θα στηρίζει πάντοτε κάθε προσπάθεια ενίσχυσης της αξιοπιστίας της ιδιωτικής ασφαλιστικής αγοράς.