100 ημέρες μετά το ξέσπασμα του πολέμου με το Ιράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα νέο ερώτημα: πόσο ακόμη μπορούν να στηρίζουν την παγκόσμια αγορά πετρελαίου χωρίς να εξαντλήσουν τα δικά τους αποθέματα;
Τα αμερικανικά αποθέματα αργού υποχωρούν σταθερά, ενώ οι ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή παραμένουν περιορισμένες.
Παρά τις ανησυχίες, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η κατάσταση δεν έχει φτάσει ακόμη σε κρίσιμο σημείο. Προειδοποιούν όμως ότι όσο παρατείνεται η σύγκρουση τόσο μικραίνει το περιθώριο ασφαλείας.
Το «μαξιλάρι» ασφαλείας γίνεται ολοένα μικρότερο
Στην αγορά πετρελαίου τα αποθέματα λειτουργούν ως αμορτισέρ. Απορροφούν τους κραδασμούς όταν η προσφορά μειώνεται ή η ζήτηση αυξάνεται απότομα.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το προστατευτικό δίχτυ αρχίζει να λεπταίνει. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, τα εμπορικά αποθέματα πετρελαίου στις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά περίπου 8 εκατ. βαρέλια μέσα σε μία εβδομάδα, φθάνοντας στα 434 εκατ. βαρέλια.
Το επίπεδο αυτό βρίσκεται περίπου 3% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας για την εποχή.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι, αν συνυπολογιστούν τα στρατηγικά αποθέματα, τα συνολικά αποθέματα πετρελαίου των ΗΠΑ βρίσκονται πλέον στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 20 και πλέον ετών.
«Το πρόβλημα δεν είναι το σήμερα αλλά το πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος», σημειώνουν αναλυτές της αγοράς ενέργειας. Όσο παραμένει αβέβαιο το πότε θα αποκατασταθούν πλήρως οι ροές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, τόσο δυσκολότερο γίνεται να υπολογιστεί ποιο είναι το ιδανικό επίπεδο αποθεμάτων.
Τα στρατηγικά αποθέματα αδειάζουν
Τα αποθέματα πετρελαίου στις ΗΠΑ χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες.
Η πρώτη αφορά το Στρατηγικό Πετρελαϊκό Απόθεμα, το οποίο ελέγχεται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και χρησιμοποιείται σε περιόδους κρίσης.
Η δεύτερη αφορά τα εμπορικά αποθέματα που διατηρούν ιδιωτικές εταιρείες παραγωγής, μεταφοράς, αποθήκευσης και διύλισης.
Τα στρατηγικά αποθέματα έχουν ήδη μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και οι αποδεσμεύσεις συνεχίζονται στο πλαίσιο της διεθνούς προσπάθειας συγκράτησης των τιμών του πετρελαίου.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το πόσο μεγάλη αντοχή διαθέτει πλέον η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου σε περίπτωση παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης.
Γιατί οι ΗΠΑ δεν ανησυχούν ακόμη
Παρά τα χαμηλά αποθέματα, αρκετοί ειδικοί θεωρούν ότι οι φόβοι είναι προς το παρόν υπερβολικοί.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν σήμερα ένα πλεονέκτημα που δεν είχαν σε προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις: είναι πλέον καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου.
Η παραγωγή αργού έχει εκτιναχθεί τα τελευταία χρόνια χάρη κυρίως στην ανάπτυξη των σχιστολιθικών κοιτασμάτων, με αποτέλεσμα η χώρα να εξάγει σημαντικές ποσότητες πετρελαίου, βενζίνης, ντίζελ και καυσίμων αεροσκαφών.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η αυξημένη αμερικανική παραγωγή αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που οι διεθνείς τιμές δεν έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα άνω των 150 ή και 200 δολαρίων το βαρέλι, όπως φοβούνταν πολλοί όταν ουσιαστικά περιορίστηκε η λειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Παράλληλα, συνεχίζουν να διοχετεύονται στην αγορά ποσότητες από στρατηγικά αποθέματα χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια για νέες αποδεσμεύσεις εφόσον χρειαστεί.
Το μεγάλο όπλο
Οι ΗΠΑ διαθέτουν και άλλους μοχλούς παρέμβασης, σημειώνουν αναλυτές στο MarketWatch. Θα μπορούσαν να περιορίσουν τις εξαγωγές πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων εάν οι τιμές των καυσίμων για τους Αμερικανούς καταναλωτές φθάσουν σε επίπεδα πολιτικά δύσκολα διαχειρίσιμα.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη ασπίδα παραμένει η ίδια η παραγωγή.
Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, η αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία διαθέτει μια σχεδόν πρωτοφανή ικανότητα αύξησης της παραγωγής σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, γεγονός που λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στις αναταράξεις της αγοράς.

Ο κίνδυνος στο Κούσινγκ
Παρότι τα αποθέματα είναι διασκορπισμένα σε όλη τη χώρα, οι αγορές παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή το Κούσινγκ της Οκλαχόμα, τον σημαντικότερο αποθηκευτικό κόμβο αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ και σημείο αναφοράς για το αμερικανικό αργό WTI.
Τα αποθέματα εκεί έχουν υποχωρήσει στα 22,4 εκατ. βαρέλια, το χαμηλότερο επίπεδο από τον περασμένο Δεκέμβριο.
Ορισμένοι αναλυτές προειδοποιούν για τον κίνδυνο προσέγγισης του λεγόμενου «tank bottom» — του σημείου όπου οι δεξαμενές αδειάζουν τόσο πολύ ώστε καθίσταται δύσκολη η περαιτέρω άντληση πετρελαίου χωρίς να παρασυρθούν κατάλοιπα και ιζήματα.
Σύμφωνα με ειδικούς της αγοράς, επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από τα 20 εκατ. βαρέλια θα μπορούσαν να δημιουργήσουν λειτουργικά προβλήματα.
Ωστόσο, οι περισσότεροι εκτιμούν ότι η αγορά θα αντιδράσει πολύ νωρίτερα μέσω υψηλότερων τιμών, οι οποίες θα περιορίσουν τη ζήτηση και θα αποτρέψουν την εξάντληση των αποθεμάτων.
Η κρίσιμη παράμετρος είναι ο χρόνος
Η εικόνα σήμερα δεν παραπέμπει σε άμεση ενεργειακή κρίση για τις ΗΠΑ. Η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή παραγωγή, δυνατότητα αποδέσμευσης επιπλέον στρατηγικών αποθεμάτων και σημαντική ευελιξία στη διαχείριση των εξαγωγών της.
Όμως το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος;
Εάν η κρίση αποκλιμακωθεί τους επόμενους μήνες, τα σημερινά αποθέματα πιθανότατα θα αποδειχθούν επαρκή. Αν όμως η σύγκρουση παραταθεί για έναν ακόμη χρόνο ή περισσότερο, η κατάσταση θα μπορούσε να αλλάξει δραματικά, αναγκάζοντας κυβερνήσεις και αγορές να αναζητήσουν νέα εργαλεία για να αποτρέψουν ένα παγκόσμιο ενεργειακό σοκ.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.











