Αναδρομική φορολόγηση αδιανέμητων κερδών προηγούμενων χρήσεων

Διάταξη: Εφαρμογή για φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2017 και μετά
Κυριακή, 01 Ιανουαρίου 2017 19:26
ΑΠΕ-ΜΠΕ/Αλέξανδρος Μπελτές

Μια επιχείρηση που εμφανίζει ζημιές το 2017, αν αποφασίσει να διανείμει ή να κεφαλαιοποιήσει κέρδη προηγούμενων χρήσεων, για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος, τα κέρδη αυτά θα φορολογηθούν αυτόνομα με τον τρέχοντα συντελεστή για κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν θα συναθροιστούν με τις ζημιές της χρήσης.

Από την έντυπη έκδοση 

Την αναδρομική φορολόγηση κερδών προηγούμενων χρήσεων που θα αποφασίσουν να διανείμουν ή να κεφαλαιοποιήσουν οι επιχειρήσεις από το 2017 και μετά, χωρίς να προηγηθεί αφαίρεση των κερδών αυτών από τυχόν ζημιές, προβλέπει διάταξη που περιελήφθη στον πρόσφατα ψηφισθέντα από τη Βουλή νόμο 4446/2016 για την αναμόρφωση του πτωχευτικού κώδικα, το πλαστικό χρήμα και την οικειοθελή αποκάλυψη αδήλωτης φορολογητέας ύλης.

Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 99 του ν. 4446/2016 προβλέπεται ότι:

«α. Σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή διανομής κερδών για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, το ποσό που διανέμεται ή κεφαλαιοποιείται φορολογείται σε κάθε περίπτωση ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη φορολογικών ζημιών.

β. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή για φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2017 και μετά».

Η διάταξη που ίσχυε μέχρι πρότινος προέβλεπε ότι σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή διανομής κερδών για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, το ποσό που διανέμεται ή κεφαλαιοποιείται φορολογείται σε κάθε περίπτωση ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα, συναθροιζόμενο με τα λοιπά αποτελέσματα (κέρδη ή ζημίες) από επιχειρηματική δραστηριότητα με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος που θα υποβληθεί για το φορολογικό έτος αυτό. Συνεπώς, σε περίπτωση που το αποτέλεσμα από επιχειρηματική δραστηριότητα ήταν ζημιογόνο, το διανεμηθέν ή κεφαλαιοποιηθέν ποσό μείωνε το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ουσιαστικά με τη νέα αυτή διάταξη, τυχόν κέρδη παρελθόντων ετών μη φορολογηθέντα, που διανέμονται ή κεφαλαιοποιούνται εντός του 2017 ή των επόμενων ετών θα φορολογούνται αναδρομικά στο σύνολό τους, χωρίς κανέναν συμψηφισμό τους με τυχόν ζημιογόνο αποτέλεσμα του ίδιου έτους και με βάση τον συντελεστή φορολόγησης των εισοδημάτων από επιχειρηματική δραστηριότητα, ο οποίος ανέρχεται σε 29% για τις εταιρείες.

Δηλαδή, τα διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα κέρδη προηγούμενων χρήσεων δεν θα συναθροίζονται με τυχόν ζημιές που εμφανίζει η εταιρεία κατά τη χρήση που διενεργείται η διανομή ή κεφαλαιοποίησή τους όπως γινόταν μέχρι τώρα.

Τυχόν κέρδη παρελθόντων ετών μη φορολογηθέντα, που διανέμονται ή κεφαλαιοποιούνται εντός του 2017 ή των επόμενων ετών θα φορολογούνται αναδρομικά στο σύνολό τους χωρίς κανέναν συμψηφισμό τους με τυχόν ζημιογόνο αποτέλεσμα του ίδιου έτους.

Συνεπώς, μια επιχείρηση που εμφανίζει ζημιές το 2017, αν αποφασίσει να διανείμει ή να κεφαλαιοποιήσει κέρδη προηγούμενων χρήσεων, για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος, τα κέρδη αυτά θα φορολογηθούν αυτόνομα με τον τρέχοντα συντελεστή για κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν θα συναθροιστούν με τις ζημιές της χρήσης.

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την εγκύκλιο υπ’ αριθμόν ΠΟΛ. 1058/18-3-2015 που έχει εκδώσει η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, ως διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα κέρδη, για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, νοούνται ιδίως:

  • τα διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα αποθεματικά που έχουν σχηματιστεί από εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί κατ’ ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης (αυτοτελώς φορολογηθέντα εισοδήματα).
  • τα αποθεματικά των παρ. 13 και 14 του άρθρου 15 του ν. 4015/2011 περί φορολογικών κινήτρων υπέρ Συλλογικών Αγροτικών Οργανώσεων (νυν Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων),
  • τα αποθεματικά του άρθρου 71 του ν. 3842/2010 περί φορολογικών κινήτρων ευρεσιτεχνίας,
  • τα αποθεματικά του άρθρου 5 του ν. 3220/2004 περί επιχειρήσεων που λειτουργούν ως Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης,
  • τα αποθεματικά της παρ. 9 του άρθρου 14 του ν. 3156/2003 περί κερδών που προκύπτουν από μεταβίβαση απαιτήσεων σε εταιρεία ειδικού σκοπού,
  • τα αποθεματικά της παρ. 21 του άρθρου 7 του ν. 2364/1995 περί ΕΔΑ ή ΔΕΠΑ.
  • τα αποθεματικά της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 2992/2002 περί σχηματισμού αφορολόγητων αποθεματικών του κόστους προσαρμογής σε ΔΛΠ κατά τον πρώτο χρόνο εφαρμογής τους,
  • τα αποθεματικά του άρθρου 2 του ν. 2367/1995 περί εταιρειών αμοιβαίων εγγυήσεων,
  • τα αποθεματικά της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 1775/1988 περί εταιρειών παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου,
  • τα αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματιστεί με τις διατάξεις των αναπτυξιακών νόμων 3299/2004, 2601/1998, καθώς και με οποιονδήποτε άλλο αναπτυξιακό νόμο, πλην του ν. 3908/2011 όπως ισχύει, λόγω πραγματοποίησης παραγωγικών επενδύσεων,
  • τα διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα αποθεματικά που σχηματίζονται με βάση τις διατάξεις του νέου ΚΦΕ και απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος, όπως για παράδειγμα ο ειδικός λογαριασμός της παρ. 5 του άρθρου 58 «Ειδικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων μέχρι δέκα (10) kw».

Καταργείται η προσφυγή στη ΔΕΔ κατά των πράξεων διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου

Με άλλες διατάξεις του ν. 4446/2016 προβλέπεται, εξάλλου, ότι από τις 22 Δεκεμβρίου 2016 καταργήθηκε η υποχρέωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων για πράξεις διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου. Ως πράξεις διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου νοούνται τα «προληπτικά ή διασφαλιστικά του δημοσίου συμφέροντος μέτρα άμεσου και επείγοντος χαρακτήρα» τα οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 46 του Κώδικα Φορολογικών Διαδικασιών (ν. 4174/2013), λαμβάνονται από τη Φορολογική Διοίκηση σε κάθε περίπτωση που κατόπιν φορολογικού ελέγχου διαπιστώνεται:

  • μη απόδοση, ανακριβής απόδοση, συμψηφισμός, έκπτωση ή διακράτηση ΦΠΑ, ΦΚΕ, φόρου ασφαλίστρων, παρακρατούμενων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών με σκοπό τη μη πληρωμή συνολικά στο Δημόσιο ποσού πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ,
  • είσπραξη επιστροφής των παραπάνω φόρων κατόπιν παραπλάνησης της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων.

Σε κάθε τέτοια περίπτωση, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου να επιβάλλει σε βάρος του υπόχρεου παραβάτη τα ακόλουθα μέτρα:

α) να μην παραλαμβάνει και να μη χορηγεί έγγραφα που απαιτούνται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων,

β) να δεσμεύει το 50% των καταθέσεων, των πάσης φύσεως λογαριασμών και παρακαταθηκών και του περιεχομένου των θυρίδων του υπόχρεου παραβάτη,

γ) να δεσμεύει το μη χρηματικό περιεχόμενο θυρίδων και τις μη χρηματικές παρακαταθήκες του υπόχρεου παραβάτη.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα όσα διευκρινίζονται με την υπ’ αριθμόν ΠΟΛ. 1204/29-12-2016 εγκύκλιο του γενικού γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Γ. Πιτσιλή, με τις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 18 του ν. 4446/2016 προβλέπεται ότι:

1) Η εκδίκαση των διαφορών που προκύπτουν, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις επιβολής των παραπάνω αναφερθέντων «προληπτικών ή διασφαλιστικών του δημοσίου συμφέροντος μέτρων, άμεσου και επείγοντος χαρακτήρα», ανήκει από τις 22-12-2016 στον πρόεδρο πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου, ο οποίος αποφαίνεται ανεκκλήτως.

2) Από τις 22-12-2016 δεν ισχύει η υποχρέωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής για τις περιπτώσεις των διαφορών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του προέδρου πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου.

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα όσα επισημαίνονται στην εγκύκλιο:

  • δεν θα υποβάλλονται ενδικοφανείς προσφυγές ενώπιον της ΔΕΔ για πράξεις διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου που εκδίδονται από τις 22-12-2016. Οι πράξεις αυτές θα προσβάλλονται απευθείας στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο (πρόεδρο Πρωτοδικών)
  • από την παραπάνω ημερομηνία, κατά την έκδοση των πράξεων διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου θα πρέπει απλώς να παρέχεται στο φορολογούμενο το δικαίωμα επιγενόμενης ακρόασης.

Η προθεσμία για κλήση του υπόχρεου προς ακρόαση στις περιπτώσεις αυτές δεν επηρεάζει την προθεσμία άσκησης προσφυγής.

Σχολιασμένα