Η κυβέρνηση φοβάται «παιχνίδι καθυστέρησης» από τους θεσμούς

Αξιολόγηση: Έντονο προβληματισμό προκαλεί η «απώλεια» 3-4 ημερών στην έναρξη των διαπραγματεύσεων
Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016 07:35
UPD:07:36
REUTERS/YANNIS BEHRAKIS

Από την έντυπη έκδοση 

Του Θάνου Τσίρου
ttsir@naftemporiki.gr

Έντονο προβληματισμό προκαλεί η ολιγοήμερη καθυστέρηση στην έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, που ακόμη παραμένει ανοιχτή.

Μπορεί η κυβέρνηση να κράτησε χαμηλά τους τόνους για το γεγονός ότι οι συζητήσεις με τους επικεφαλής του κουαρτέτου δεν θα ξεκινήσουν σήμερα, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο, αλλά στο τέλος της εβδομάδας, ωστόσο η «απώλεια» 3-4 ημερών έρχεται να προστεθεί στα γεγονότα των προηγούμενων ημερών, όπως η απόφαση του Eurogroup να σπάσει στα δύο -και μάλιστα για ασήμαντη αφορμή- τη δόση των 2,8 δισ. ευρώ, αλλά και η ανοικτή διάσταση απόψεων της Γερμανίας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους. Ήδη, κυβερνητικά στελέχη εκφράζουν τον φόβο ότι αυτά τα γεγονότα αποτελούν σαφείς ενδείξεις για «παιχνίδι καθυστέρησης» από την άλλη πλευρά. Επιβεβαίωση αυτών των φόβων σημαίνει ότι θα ανατραπεί ο μέχρι τώρα σχεδιασμός και η συζήτηση για το χρέος δεν θα ξεκινήσει μέσα στη φετινή χρονιά.

Εκ των υστέρων προκύπτει ότι η διάσταση απόψεων που καταγράφηκε κατά τη διάρκεια της φθινοπωρινής Συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας για τις διεκδικήσεις της ελληνικής κυβέρνησης το επόμενο χρονικό διάστημα.

Η κυβέρνηση κράτησε χαμηλά τους τόνους για το γεγονός ότι οι συζητήσεις με τους επικεφαλής του κουαρτέτου δεν θα ξεκινήσουν σήμερα, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο, αλλά στο τέλος της εβδομάδας.

Οι επαφές στην Ουάσιγκτον ολοκληρώθηκαν με τους δύο «πόλους» -το ΔΝΤ από τη μία πλευρά και τη γερμανική κυβέρνηση από την άλλη- να παραμένουν ανυποχώρητοι. Το ΔΝΤ, από τη μια, να απαιτεί διευθέτηση του ελληνικού χρέους «εδώ και τώρα» και αλλαγή των δημοσιονομικών στόχων για την περίοδο μετά το 2018 προκειμένου να συμμετάσχει με ίδια κεφάλαια στο 3ο χρηματοδοτικό πρόγραμμα της Ελλάδας και τη Γερμανία, από την άλλη, να ζητάει η όλη συζήτηση για το ελληνικό χρέος να μετατεθεί χρονικά για το 2018. Η διαφωνία παραμένει υπαρκτή ακόμη και σήμερα, με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών να διατυπώνει συνεχώς και δημοσίως την επίσημη θέση της γερμανικής κυβέρνησης: πρώτα οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα και η ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου, και μετά η συζήτηση για το χρέος, αν και εφόσον χρειαστεί.

Από το τέλος της Συνόδου στην Ουάσιγκτον μέχρι σήμερα, στην Αθήνα έχουν φτάσει δύο αρνητικά μηνύματα:

Το πρώτο μήνυμα αφορούσε την απόφαση του Eurogroup να μην αποδεσμευτεί ολόκληρη η δόση των 2,8 δισ. ευρώ, αλλά μόνο το 1,1 δισ. ευρώ, που προορίζεται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Το υπόλοιπο 1,7 δισ. ευρώ που πρέπει να διοχετευτεί για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου θα πρέπει να αποδεσμευτεί με απόφαση που θα ληφθεί από το Euro Working Group την επόμενη Δευτέρα 24 Οκτωβρίου (σ.σ.: συμπτωματικά, την ίδια ημέρα αναμένεται να αρχίσει σε πλήρη σύνθεση η διαπραγμάτευση για τη β’ αξιολόγηση, καθώς η εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Ντέλια Βελκουλέσκου δεν αναμένεται στην Αθήνα νωρίτερα από το Σάββατο).

Η αποδέσμευση προϋποθέτει τη δημοσίευση των στατιστικών στοιχείων για τις πληρωμές των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έγιναν μέσα στον Σεπτέμβριο (σ.σ.: η Αθήνα πρέπει να αποδείξει ότι έριξε στην αγορά το σύνολο του ποσού 1,8 δισ. ευρώ που εκταμιεύτηκε τον περασμένο Ιούνιο ως τμήμα της δόσης των 7,5 δισ. ευρώ). Επίσης, η κυβέρνηση θα κληθεί να δώσει απαντήσεις και για τις διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών. Χθες πραγματοποιήθηκε σχετική σύσκεψη υπό τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Γιάννη Δραγασάκη, με τη συμμετοχή του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου, αλλά και του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννη Στουρνάρα.

2 Το δεύτερο στοιχείο που εντείνει την ανησυχία είναι η καθυστέρηση στην έναρξη των διαπραγματεύσεων. Μετά το Eurogroup της 9ης Οκτωβρίου είχε ειπωθεί ότι η διαπραγμάτευση με τους θεσμούς θα ξεκινήσει στις 18 Οκτωβρίου, παρά την απόφαση για το «σπάσιμο» της δόσης. Τελικώς, το χρονοδιάγραμμα δεν τηρείται και η έναρξη των συζητήσεων σε επίπεδο επικεφαλής μετατίθεται -εκτός νέου απροόπτου- για την Παρασκευή. Δημοσίως, δεν έχει υπάρξει αντίδραση από την ελληνική πλευρά γι’ αυτή τη χρονική μετάθεση. Αντιθέτως, μεταδίδεται ότι οι διαπραγματεύσεις θα ξεκινήσουν κανονικά σήμερα σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων. Σε κάθε περίπτωση, κυβερνητικά στελέχη δεν κρύβουν την ανησυχία τους ότι και αυτή η ολιγοήμερη αναβολή εντάσσεται σε μια γενικότερη λογική να κερδηθεί χρόνος ώστε να αναζητηθούν πιθανότητες σύγκλισης απόψεων.

Η Ελλάδα επείγεται να κλείσουν όλα τον Νοέμβριο

Με την έναρξη των διαπραγματεύσεων σε επίπεδο επικεφαλής θα φανεί αν τα ανησυχητικά μηνύματα που λαμβάνει η ελληνική πλευρά θα έχουν και συνέχεια. Αρμόδιες κυβερνητικές πηγές δεν αποκλείουν, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί οι συνθήκες, οι επικεφαλής των θεσμών να συνεχίσουν το «παιχνίδι των καθυστερήσεων». Η μακρά λίστα των προαπαιτούμενων -οι εκκρεμότητες ξεπερνούν τις 40- προσφέρεται για καθυστερήσεις, πόσο μάλλον όταν στη λίστα περιλαμβάνεται εξαιρετικά ευαίσθητα θέματα για την κυβέρνηση, όπως είναι οι εργασιακές σχέσεις, οι μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα (σ.σ.: αμοιβές ειδικών μισθολογίων, μετακινήσεις προσωπικού από φορέα σε φορέα κ.λπ.) ή ακόμη και η κατάθεση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος στη Βουλή, όπου και θα πρέπει να αναγραφεί σε επίσημο κείμενο ο δημοσιονομικός στόχος για την περίοδο μετά το 2018.

Εκ των υστέρων προκύπτει ότι η διάσταση απόψεων που καταγράφηκε κατά τη διάρκεια της φθινοπωρινής Συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας για τις διεκδικήσεις της ελληνικής κυβέρνησης το επόμενο χρονικό διάστημα. 

Το ευκταίο για την ελληνική κυβέρνηση θα ήταν η β’ αξιολόγηση να έχει ολοκληρωθεί μέσα στον Νοέμβριο ώστε να υπάρχει χρόνος μέχρι τα Χριστούγεννα και για τη συζήτηση για το χρέος.

Υπάρχει ένας ακόμη λόγος για τον οποίο επείγεται η Ελλάδα να κλείσει τη νέα μακροσκελή λίστα με τα προαπαιτούμενα: χωρίς τη β’ αξιολόγηση, εκτός του ότι δεν θα ξεκινήσει η συζήτηση για το χρέος, δεν θα υπάρξουν ούτε οι προϋποθέσεις για την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αποτελεί και αυτός βασικό στόχο για την ελληνική πλευρά, καθώς χωρίς την κάλυψη της ΕΚΤ θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές μέσα στο 2017.

Σχολιασμένα