Skip to main content

Η ανθυγιεινή διατροφή στην παιδική ηλικία σχετίζεται με την κατανάλωση αλκοόλ στην εφηβεία

Της Ανθής Αγγελοπούλου

Τα παιδιά που έχουν ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να γίνουν πότες οινοπνευματωδών σε πολύ νεαρή ηλικία, ακόμη και στην πρώιμη εφηβεία τους, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό Public Health Nutrition.

Η συσχέτιση της κατανάλωσης ποτού με τις διατροφικές συνήθειες των νεαρών εφήβων είναι ισχυρότερη από ότι με άλλους παράγοντες, όπως η εκπαίδευση των γονέων και το εισόδημα, όπως αναφέρουν οι ερευνητές.

Όπως λέει η Lauren Lissner, καθηγήτρια Επιδημιολογίας στην Ακαδημία Sahlgrenska, στο πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, οι άνθρωποι πρέπει να κατανοήσουν ποιες είναι οι επιπτώσεις της υγιεινής διατροφής σε νεαρή ηλικία μακροπρόθεσμα.

Η έρευνα βασίζεται σε δεδομένα από μια μεγάλη ευρωπαϊκή μελέτη που έγινε στο πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ με τη συμμετοχή όχι μόνο της Σουηδίας αλλά και χωρών όπως το Βέλγιο, η Κύπρος, η Εσθονία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Γερμανία και η Ουγγαρία.

Η μελέτη κάλυψε 2.263 παιδιά, αναφορικά με τις διατροφικές τους συνήθειες, την κατανάλωση ζάχαρης και λίπους. Τα παιδιά μετρήθηκαν αρχικά στις ηλικίες 6-9 ετών και στη συνέχεια στις ηλικίες 11 – 16 ετών.

Από την άλλη, οι γονείς κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερωτηματολόγια όπου δηλώσουν πόσο συχνά τα νεαρά παιδιά έτρωγαν κάποια συγκεκριμένα τρόφιμα. Ενώ, στο επόμενο μέρος της μελέτης, τα ίδια παιδιά σε μεγαλύτερη πλέον ηλικία, ανέφεραν τόσο τις διατροφικές τους συνήθειες όσο και την κατανάλωση οινοπνεύματος.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, τα παιδιά που έφτασαν στην ηλικία μεταξύ 11 έως 16 ετών και σε μικρότερη ηλικία έκαναν πολύ χαμηλή κατανάλωση ζάχαρης και λίπους, μόνο ένα 3% δήλωσε ότι κατανάλωναν αλκοόλ εβδομαδιαίως. Στα παιδιά όμως ηλικίας 11-16 ετών, τα οποία κατανάλωναν υψηλά ποσοστά ζάχαρης και λίπους στην παιδική τους ηλικία, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν πάνω από 7%.

Οι επιστήμονες δεν έχουν, όπως λένε, απαντήσεις για τα αίτια γι αυτό εξέτασαν διάφορους παράγοντες που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη συσχέτιση μεταξύ των πρώιμων διατροφικών συνηθειών και της μετέπειτα χρήσης αλκοόλ.

Αυτοί οι παράγοντες ήταν η ψυχολογική ευημερία των παιδιών, το εισόδημα και η εκπαίδευση των γονέων, ο βαθμός γονικού ελέγχου των παιδιών και ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι οι γονείς χρησιμοποίησαν αλκοόλ. Ενώ, μελετήθηκε και η διατροφή των νέων ηλικίας 11-16 ετών ως μια ακόμα μεταβλητή.

Σύμφωνα με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Επιδημιολογίας στην Ακαδημία Sahlgrenska, στο πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ, Kirsten Mehlig και κύρια συγγραφέα της μελέτης οι αναλύσεις που έχουν κάνει έδειξαν ότι τελικά είναι ισχυρή η σχέση που υπάρχει, μεταξύ της διατροφής των παιδιών όταν είναι σε μικρή ηλικία και της κατανάλωσης οινοπνεύματος στην εφηβική πλέον ηλικία.

Το συμπέρασμα δεν είναι, όπως λένε οι επιστήμονες, να εξαλειφθεί το λίπος από τη διατροφή των παιδιών αλλά ότι, αντιθέτως, πρέπει να αποφεύγουν τα παιδιά τη ζάχαρη, τα τρανς και τα κορεσμένα λίπη και το συνδυασμό ζάχαρης και λίπους που απαντάται συχνά στα επεξεργασμένα τρόφιμα. Οι ερευνητές ζητούν επίσης αυστηρότερη νομοθεσία κατά της διαφήμισης για τα ανθυγιεινά τρόφιμα.

“It’s important not only for the avoidance of caries, obesity and diabetes. There are a great many other advantages of children getting healthy food,” Lauren Lissner says.

Όπως λέει κλείνοντας η Lauren Lissner «η αποφυγή κατανάλωσης αυτών των τροφίμων είναι σημαντική όχι μόνο για την αποφυγή πιθανής κατανάλωσης αλκοόλ στο μέλλον αλλά και για την αποφυγή της τερηδόνας, της παχυσαρκίας και του διαβήτη.

Πηγή: https://sahlgrenska.gu.se/english/research/news-events/news-article/?languageId=100001&contentId=1592665&disableRedirect=true&returnUrl=http%3A%2F%2Fsahlgrenska.gu.se%2Fforskning%2Faktuellt%2Fnyhet%2F%2Fbarn-som-ater-osunt-dricker-oftare-alkohol-i-tonaren.cid1592665